Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
τελείως 🔉  

tamamen 🔉  
bütünüyle 🔉  
τελείως αποχαυνωμένος 🔉  

tamamen sersemlemiş 🔉  
büsbütün aptallaşmış 🔉  
τελείως επίπεδος 🔉  

tamamen düz 🔉  
τελείως μπερδεμένος 🔉  

tamamen kafası karışmış 🔉  
τελείως συνηθισμένος 🔉  

tamamen sıradan 🔉  
bütünüyle alışılmış 🔉  
τελείως φαλακρός 🔉  

tamamen kel 🔉  
τελείως χαζός 🔉  

tamamen aptal 🔉  
τελείωση (η) 🔉  

tamamlama 🔉  
bitirme 🔉  
mükemmelleştirme 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱