Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
çözüm 🔉  

λύση (η) 🔉  
επίλυση (η) 🔉  
çözüm yolu 🔉  

τρόπος επίλυσης (ο) 🔉  
οδός λύσης (η) 🔉  
çözümcü 🔉  

επιλυτής (ο) 🔉  
λυσιτελής (ο) 🔉  
çözümcülük 🔉  

επιλυτική προσέγγιση (η) 🔉  
πραγματισμός (ο) 🔉  
çözümleme 🔉  

ανάλυση (η) 🔉  
çözümlemek 🔉  

αναλύω 🔉  
çözümlemeli 🔉  

αναλυτικός 🔉  
çözümlenebilme 🔉  

δυνατότητα ανάλυσης (η) 🔉  
δυνατότητα να αναλυθεί (η) 🔉  
çözümlenebilmek 🔉  

δύναμαι να αναλυθώ 🔉  
δύναμαι να αναλυθώ (να υποβληθώ σε ανάλυση) 🔉  
çözümleniş 🔉  

ανάλυση (η) 🔉  
çözümleniverme 🔉  

άμεση ανάλυση (η) 🔉  
çözümlenivermek 🔉  

αναλύομαι αμέσως 🔉  
çözümlenme 🔉  

ανάλυση (η) 🔉  
çözümlenmek 🔉  

αναλύομαι 🔉  
çözümler 🔉  

λύσεις (οι) 🔉  
çözümleyebilme 🔉  

δυνατότητα να αναλύσει (η) 🔉  
çözümleyebilmek 🔉  

δύναμαι να αναλύσω 🔉  
çözümleyici 🔉  

αναλυτής (ο) 🔉  
αναλυτικός 🔉  
çözümleyicilik 🔉  

αναλυτική ιδιότητα (η) 🔉  
αναλυτική λειτουργία (η) 🔉  
çözümleyiş 🔉  

ανάλυση (η) 🔉  
çözümleyiverme 🔉  

άμεση ανάλυση (η) 🔉  
çözümleyivermek 🔉  

αναλύω αμέσως 🔉  
çözümsel 🔉  

επιλυτικός 🔉  
σχετικός με τη λύση 🔉  
çözümsüz 🔉  

άλυτος 🔉  
ανεπίλυτος 🔉  
çözümsüzleşme 🔉  

μετατροπή σε άλυτο (η) 🔉  
περιέλευση σε αδιέξοδο (η) 🔉  
çözümsüzleşmek 🔉  

καθίσταμαι άλυτος 🔉  
περιέρχομαι σε αδιέξοδο 🔉  
çözümsüzleştirilme 🔉  

καθιστάμενος άλυτος (ο) 🔉  
μετατροπή σε άλυτο (η) 🔉  
çözümsüzleştirilmek 🔉  

καθίσταμαι άλυτος (κατ’ ενέργειαν άλλου) 🔉  
çözümsüzleştirme 🔉  

καθιστώ άλυτο (η) 🔉  
δημιουργία αδιεξόδου (η) 🔉  
çözümsüzleştirmek 🔉  

καθιστώ άλυτο 🔉  
οδηγώ σε αδιέξοδο 🔉  
çözümsüzlük 🔉  

αδυναμία επίλυσης (η) 🔉  
αδιέξοδο (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱