Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
çürük
🔉
σάπιος
🔉
χαλασμένος
🔉
ελαττωματικός
🔉
τερηδονισμένος
🔉
çürük boya
🔉
ξεθωριασμένη βαφή (η)
🔉
χαλασμένο χρώμα (το)
🔉
çürük çarık
🔉
χαλασμένο τσαρούχι (το)
🔉
παλιό παπούτσι (το)
🔉
çürük elma
🔉
σάπιο μήλο (το)
🔉
çürük gaz
🔉
αέριο σήψης (το)
🔉
çürük iş
🔉
σαθρή δουλειά (η)
🔉
κακοφτιαγμένη εργασία (η)
🔉
çürük para
🔉
κίβδηλο νόμισμα (το)
🔉
άχρηστο χρήμα (το)
🔉
çürük raporu
🔉
ιατρική γνωμάτευση ανικανότητας (η)
🔉
απαλλακτικό (το)
🔉
çürük sakız
🔉
άνοστη τσίχλα (η)
🔉
χαλασμένη τσίχλα (η)
🔉
çürükçül
🔉
σαθρός
🔉
διεφθαρμένος
🔉
çürüklü
🔉
σάπιος
🔉
με σήψη
🔉
çürüklük
🔉
σήψη (η)
🔉
σαθρότητα (η)
🔉
τερηδόνα (η)
🔉
çürüksüz
🔉
άσηπτος
🔉
χωρίς σήψη
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱