Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
çıplak
🔉
γυμνός
🔉
άγυμνος
🔉
ξεγυμνωμένος
🔉
çıplak alev
🔉
γυμνή φλόγα (η)
🔉
çıplak at
🔉
γυμνό άλογο (το)
🔉
çıplak gözle
🔉
με γυμνό μάτι
🔉
çıplak maaş
🔉
βασικός μισθός (ο)
🔉
çıplak maden
🔉
αυτοφυές μετάλλευμα (το)
🔉
ακατέργαστο μετάλλευμα (το)
🔉
çıplak mülkiyet
🔉
ψιλή κυριότητα (η)
🔉
çıplak resim
🔉
γυμνό (το)
🔉
γυμνή απεικόνιση (η)
🔉
çıplak tohumlular
🔉
γυμνόσπερμα (τα)
🔉
çıplak ücret
🔉
βασικός μισθός (ο)
🔉
çıplaklar kampı
🔉
καταυλισμός γυμνιστών (ο)
🔉
çıplaklaşma
🔉
απογύμνωση (η)
🔉
γυμνωποίηση (η)
🔉
çıplaklaşmak
🔉
απογυμνώνομαι
🔉
γυμνώνομαι
🔉
çıplaklaştırma
🔉
απογύμνωση (η)
🔉
γυμνωποίηση (η)
🔉
çıplaklaştırmak
🔉
απογυμνώνω
🔉
γυμνώνω
🔉
çıplaklık
🔉
γυμνότητα (η)
🔉
απογύμνωση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱