Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
çağdaş 🔉  

σύγχρονος 🔉  
ομόχρονος 🔉  
çağdaşlaşabilme 🔉  

δυνατότητα εκσυγχρονισμού (η) 🔉  
çağdaşlaşabilmek 🔉  

μπορώ να εκσυγχρονιστώ 🔉  
çağdaşlaşma 🔉  

εκσυγχρονισμός (ο) 🔉  
çağdaşlaşmak 🔉  

εκσυγχρονίζομαι 🔉  
çağdaşlaştırabilme 🔉  

δυνατότητα εκσυγχρονισμού (η) 🔉  
çağdaşlaştırabilmek 🔉  

μπορώ να εκσυγχρονίσω 🔉  
çağdaşlaştırılabilme 🔉  

δυνατότητα να εκσυγχρονιστεί (η) 🔉  
çağdaşlaştırılabilmek 🔉  

μπορώ να εκσυγχρονιστώ (παθητ.) 🔉  
çağdaşlaştırılma 🔉  

εκσυγχρονισμός (ο) 🔉  
çağdaşlaştırılmak 🔉  

εκσυγχρονίζομαι (παθητ.) 🔉  
çağdaşlaştırma 🔉  

εκσυγχρονισμός (ο) 🔉  
çağdaşlaştırmak 🔉  

εκσυγχρονίζω 🔉  
çağdaşlık 🔉  

συγχρονικότητα (η) 🔉  
νεωτερικότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱