Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
çağrı
🔉
κλήση (η)
🔉
πρόσκληση (η)
🔉
κάλεσμα (το)
🔉
çağrı belgesi
🔉
έγγραφο κλήσης (το)
🔉
κλητήριο (το)
🔉
çağrı cihazı
🔉
βομβητής (ο)
🔉
συσκευή ειδοποίησης (η)
🔉
çağrı kâğıdı
🔉
κλητήριο (το)
🔉
σημείωμα πρόσκλησης (το)
🔉
çağrıcı
🔉
καλών (ο)
🔉
προσκαλών (ο)
🔉
çağrıcılık
🔉
κλητήρας (ο)
🔉
επάγγελμα κλητήρα (το)
🔉
çağrılabilme
🔉
δυνατότητα να κληθεί (η)
🔉
çağrılabilmek
🔉
μπορώ να κληθώ
🔉
μπορώ να προσκληθώ
🔉
çağrılı
🔉
προσκεκλημένος
🔉
κλητός
🔉
çağrılık
🔉
πρόσκληση (η)
🔉
κλήση (η)
🔉
çağrılış
🔉
κλήση (η)
🔉
τρόπος κλήσης (ο)
🔉
çağrılma
🔉
κλήση (η)
🔉
πρόσκληση (η)
🔉
çağrılmak
🔉
καλούμαι
🔉
προσκαλούμαι
🔉
çağrım
🔉
κλήση (η)
🔉
πρόσκληση (η)
🔉
çağrışım
🔉
συνειρμός (ο)
🔉
çağrışımcı
🔉
συνειρμιστής (ο)
🔉
çağrışımcılık
🔉
συνειρμισμός (ο)
🔉
çağrışımlı
🔉
συνειρμικός
🔉
με συνειρμούς
🔉
çağrışımsal
🔉
συνειρμικός
🔉
çağrışımsız
🔉
χωρίς συνειρμούς
🔉
çağrısız
🔉
απρόσκλητος
🔉
χωρίς κλήση
🔉
çağrışma
🔉
συνειρμική σύνδεση (η)
🔉
συνειρμός (ο)
🔉
çağrışmak
🔉
συνειρμώ
🔉
συνδέομαι συνειρμικά
🔉
çağrıştırabilme
🔉
δυνατότητα να προκαλέσει συνειρμό (η)
🔉
çağrıştırabilmek
🔉
μπορώ να προκαλέσω συνειρμό
🔉
çağrıştırış
🔉
πρόκληση συνειρμού (η)
🔉
çağrıştırıverme
🔉
στιγμιαία πρόκληση συνειρμού (η)
🔉
çağrıştırıvermek
🔉
προκαλώ αμέσως συνειρμό
🔉
çağrıştırma
🔉
πρόκληση συνειρμού (η)
🔉
çağrıştırmak
🔉
προκαλώ συνειρμό
🔉
θυμίζω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱