Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
çakmak
🔉
καρφώνω
🔉
χτυπώ
🔉
ανάβω
🔉
çakmak
🔉
αναπτήρας (ο)
🔉
τσακμάκι (το)
🔉
çakmak çakmak
🔉
αστραφτερός
🔉
λαμπερός
🔉
çakmak taşı
🔉
πυρόλιθος (ο)
🔉
τσακμακόπετρα (η)
🔉
çakmakçı
🔉
κατασκευαστής αναπτήρων (ο)
🔉
πωλητής αναπτήρων (ο)
🔉
çakmakçılık
🔉
κατασκευή αναπτήρων (η)
🔉
εμπορία αναπτήρων (η)
🔉
çakmaklama
🔉
άναμμα (το)
🔉
σπινθηρισμός (ο)
🔉
çakmaklamak
🔉
ανάβω
🔉
σπινθηρίζω
🔉
çakmaklaşma
🔉
σπινθηρισμός (ο)
🔉
çakmaklaşmak
🔉
σπινθηρίζω
🔉
αστράφτω
🔉
çakmaklı
🔉
με αναπτήρα
🔉
με τσακμάκι
🔉
çakmaklık
🔉
θήκη αναπτήρα (η)
🔉
θέση αναπτήρα (η)
🔉
çakmaksız
🔉
χωρίς αναπτήρα
🔉
χωρίς τσακμάκι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱