Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
çalım
🔉
ντρίμπλα (η)
🔉
φιγούρα (η)
🔉
ύφος (το)
🔉
çalımcı
🔉
ντριμπλαδόρος (ο)
🔉
φιγουρατζής (ο)
🔉
çalımlama
🔉
ντρίμπλα (η)
🔉
çalımlamak
🔉
ντριμπλάρω
🔉
çalımlanış
🔉
ντρίμπλα (η)
🔉
çalımlanma
🔉
ντρίμπλα (η)
🔉
çalımlanmak
🔉
ντριμπλάρομαι
🔉
çalımlayabilme
🔉
δυνατότητα να ντριμπλάρει
🔉
çalımlayabilmek
🔉
μπορώ να ντριμπλάρω
🔉
çalımlayış
🔉
ντρίμπλα (η)
🔉
çalımlı
🔉
με ντρίμπλα
🔉
με ύφος
🔉
çalımlı çalımlı
🔉
με ύφος
🔉
επιδεικτικά
🔉
çalımlık
🔉
επιδεικτικότητα (η)
🔉
çalımlılık
🔉
επιδεικτικότητα (η)
🔉
çalımsız
🔉
χωρίς ύφος
🔉
άχαρος
🔉
çalımsızlık
🔉
έλλειψη ύφους (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱