Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
çamur
🔉
λάσπη (η)
🔉
πηλός (ο)
🔉
çamur banyosu
🔉
λασπόλουτρο (το)
🔉
çamur deryası
🔉
θάλασσα λάσπης (η)
🔉
çamur ığrıbı
🔉
δίχτυ λάσπης (το)
🔉
çamur kalemi
🔉
μολύβι λάσπης (το)
🔉
çamurcuk
🔉
λασπάκι (το)
🔉
çamurcun
🔉
λασπόπαπια (η)
🔉
çamurlama
🔉
λασπώσιμο (το)
🔉
çamurlamak
🔉
λασπώνω
🔉
çamurlanabilme
🔉
δυνατότητα να λασπωθεί
🔉
çamurlanabilmek
🔉
μπορώ να λασπωθώ
🔉
çamurlanma
🔉
λασπώσιμο (το)
🔉
çamurlanmak
🔉
λασπώνομαι
🔉
çamurlaşabilme
🔉
δυνατότητα να γίνει λάσπη
🔉
çamurlaşabilmek
🔉
μπορώ να γίνω λάσπη
🔉
çamurlaşma
🔉
λασποποίηση (η)
🔉
çamurlaşmak
🔉
λασπώνω
🔉
γίνομαι λάσπη
🔉
çamurlatma
🔉
πρόκληση λασπώματος (η)
🔉
çamurlatmak
🔉
λασπώνω
🔉
κάνω να λασπωθεί
🔉
çamurlayabilme
🔉
δυνατότητα να λασπώσει
🔉
çamurlayabilmek
🔉
μπορώ να λασπώνω
🔉
çamurlu
🔉
λασπώδης
🔉
λασπωμένος
🔉
çamurluk
🔉
λασπωτήρας (ο)
🔉
φτερό (το)
🔉
çamurlukçu
🔉
κατασκευαστής λασπωτήρων (ο)
🔉
çamurlukçuluk
🔉
κατασκευή λασπωτήρων (η)
🔉
çamursuz
🔉
χωρίς λάσπη
🔉
καθαρός
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱