Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
cansız
🔉
άψυχος
🔉
άβιος
🔉
άψυχος/άτονος
🔉
çansız
🔉
χωρίς καμπάνα
🔉
cansız hedef
🔉
άψυχος στόχος (ο)
🔉
cansızca
🔉
άψυχα
🔉
άνευ ζωής
🔉
cansızcasına
🔉
άψυχα
🔉
άνευ ζωής
🔉
cansızlaşabilme
🔉
δυνατότητα αψύχωσης (η)
🔉
cansızlaşabilmek
🔉
δύναμαι να αψυχωθώ
🔉
δύναμαι να απονεκρωθώ
🔉
cansızlaşma
🔉
αψύχωση (η)
🔉
απονέκρωση (η)
🔉
cansızlaşmak
🔉
αψυχώνομαι
🔉
απονεκρώνομαι
🔉
cansızlaştırılma
🔉
αψύχωση (η)
🔉
απονέκρωση (η)
🔉
cansızlaştırılmak
🔉
αψυχώνομαι
🔉
απονεκρώνομαι
🔉
cansızlaştırma
🔉
αψύχωση (η)
🔉
απονέκρωση (η)
🔉
cansızlaştırmak
🔉
αψυχώνω
🔉
απονεκρώνω
🔉
cansızlık
🔉
αψυχία (η)
🔉
έλλειψη ζωτικότητας (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱