Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
çeşni
🔉
καρύκευμα (το)
🔉
αρτύματα (τα)
🔉
çeşnici
🔉
αρτυματοποιός (ο)
🔉
υπεύθυνος καρυκευμάτων (ο)
🔉
çeşnicibaşı
🔉
αρχι-αρτυματοποιός (ο)
🔉
çeşnicilik
🔉
αρτυματοποιία (η)
🔉
çeşnileme
🔉
καρύκευση (η)
🔉
άρτυση (η)
🔉
çeşnilemek
🔉
καρυκεύω
🔉
αρτύω
🔉
çeşnilendirme
🔉
καρύκευση (η)
🔉
άρτυση (η)
🔉
çeşnilendirmek
🔉
καρυκεύω
🔉
αρτύω
🔉
çeşnilenme
🔉
καρύκευση (η)
🔉
άρτυση (η)
🔉
çeşnilenmek
🔉
καρυκεύομαι
🔉
αρτύομαι
🔉
çeşnili
🔉
καρυκευμένος
🔉
αρτυμένος
🔉
çeşnilik
🔉
καρύκευμα (το)
🔉
άρτυμα (το)
🔉
çeşnisiz
🔉
άνοστος
🔉
άαρτυτος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱