Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
çekiç 🔉  

σφυρί (το) 🔉  
çekiç atma 🔉  

σφυροβολία (η) 🔉  
çekiç kemiği 🔉  

σφύρα (η) 🔉  
çekiç makinesi 🔉  

σφυρομηχανή (η) 🔉  
çekiçhane 🔉  

σφυρηλατήριο (το) 🔉  
çekici 🔉  

ελκυστικός 🔉  
ρυμουλκό (το) 🔉  
çekicilik 🔉  

ελκυστικότητα (η) 🔉  
çekiçleme 🔉  

σφυρηλάτηση (η) 🔉  
çekiçlemek 🔉  

σφυρηλατώ 🔉  
çekiçlenebilme 🔉  

δυνατότητα σφυρηλάτησης (η) 🔉  
çekiçlenebilmek 🔉  

μπορώ να σφυρηλατηθώ 🔉  
çekiçlenme 🔉  

σφυρηλάτηση (η) 🔉  
çekiçlenmek 🔉  

σφυρηλατούμαι 🔉  
çekiçletebilme 🔉  

δυνατότητα να σφυρηλατήσω (η) 🔉  
çekiçletebilmek 🔉  

μπορώ να σφυρηλατήσω 🔉  
çekiçletilebilme 🔉  

δυνατότητα να σφυρηλατηθεί (η) 🔉  
çekiçletilebilmek 🔉  

μπορώ να σφυρηλατηθώ 🔉  
çekiçletilme 🔉  

σφυρηλάτηση (η) 🔉  
çekiçletilmek 🔉  

σφυρηλατούμαι 🔉  
çekiçletme 🔉  

σφυρηλάτηση (η) 🔉  
çekiçletmek 🔉  

σφυρηλατώ 🔉  
çekiçleyebilme 🔉  

δυνατότητα σφυρηλάτησης (η) 🔉  
çekiçleyebilmek 🔉  

μπορώ να σφυρηλατήσω 🔉  
çekiçleyiverme 🔉  

ξαφνική σφυρηλάτηση (η) 🔉  
çekiçleyivermek 🔉  

σφυρηλατώ ξαφνικά 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱