Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
çekirdek
🔉
πυρήνας (ο)
🔉
κουκούτσι (το)
🔉
σπόρος (ο)
🔉
çekirdek aile
🔉
πυρηνική οικογένεια (η)
🔉
çekirdek kahve
🔉
καφές σε κόκκους (ο)
🔉
çekirdekçi
🔉
πωλητής σπόρων (ο)
🔉
çekirdekçik
🔉
πυρηνίσκος (ο)
🔉
çekirdekçilik
🔉
εμπορία σπόρων (η)
🔉
çekirdeklenme
🔉
πυρηνοποίηση (η)
🔉
çekirdeklenmek
🔉
πυρηνοποιούμαι
🔉
çekirdekli
🔉
με κουκούτσι
🔉
με πυρήνα
🔉
çekirdeksel
🔉
πυρηνικός
🔉
çekirdeksiz
🔉
χωρίς κουκούτσι
🔉
άσπερμος
🔉
çekirdeksiz üzüm
🔉
σταφύλι χωρίς κουκούτσι (το)
🔉
çekirdekten yetişme
🔉
αυτοδημιούργητος
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱