Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
çekme
🔉
τράβηγμα (το)
🔉
έλξη (η)
🔉
çekme demir
🔉
κοτσαδόρος (ο)
🔉
çekme halatı
🔉
ρυμουλκό σχοινί (το)
🔉
çekme kapı
🔉
συρόμενη πόρτα (η)
🔉
çekme kat
🔉
ρετιρέ (το)
🔉
çekmece
🔉
συρτάρι (το)
🔉
çekmeceli
🔉
με συρτάρια
🔉
çekmecesiz
🔉
χωρίς συρτάρια
🔉
çekmek
🔉
τραβώ
🔉
έλκω
🔉
αποσύρω
🔉
υποφέρω
🔉
αντέχω
🔉
φωτογραφίζω
🔉
γυρίζω
🔉
Çekmeköy
🔉
Τσεκμεκόι (το)
🔉
çekmeli
🔉
συρόμενος
🔉
çekmeli vagon
🔉
βαγόνι με συρόμενες πόρτες (το)
🔉
çekmelik
🔉
συρόμενο τμήμα (το)
🔉
çekmen
🔉
τσεκμένι (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱