Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
çentik 🔉  

εγκοπή (η) 🔉  
εντομή (η) 🔉  
çentikleme 🔉  

εγκοπή (η) 🔉  
εντομή (η) 🔉  
çentiklemek 🔉  

χαράζω εγκοπή 🔉  
εντομίζω 🔉  
çentiklenme 🔉  

δημιουργία εγκοπής (η) 🔉  
εντομή (η) 🔉  
çentiklenmek 🔉  

χαράζομαι με εγκοπή 🔉  
εντομίζομαι 🔉  
çentikli 🔉  

με εγκοπές 🔉  
οδοντωτός 🔉  
çentiksiz 🔉  

χωρίς εγκοπές 🔉  
λείος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱