Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
çimento
🔉
τσιμέντο (το)
🔉
çimento boya
🔉
τσιμεντόχρωμα (το)
🔉
çimentocu
🔉
τσιμεντάς (ο)
🔉
εργάτης τσιμέντου (ο)
🔉
çimentoculuk
🔉
τσιμεντάδικο επάγγελμα (το)
🔉
εργασία τσιμέντου (η)
🔉
çimentolama
🔉
τσιμεντάρισμα (το)
🔉
çimentolamak
🔉
τσιμεντάρω
🔉
çimentolanma
🔉
τσιμεντάρισμα (το)
🔉
çimentolanmak
🔉
τσιμεντάρομαι
🔉
çimentolatma
🔉
τσιμεντάρισμα (το)
🔉
çimentolatmak
🔉
τσιμεντάρω
🔉
βάζω να τσιμεντάρουν
🔉
çimentolayabilme
🔉
δυνατότητα τσιμενταρίσματος (η)
🔉
çimentolayabilmek
🔉
μπορώ να τσιμεντάρω
🔉
çimentolu
🔉
τσιμεντένιος
🔉
με τσιμέντο
🔉
çimentosuz
🔉
χωρίς τσιμέντο
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱