Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
çirkin
🔉
άσχημος
🔉
αποκρουστικός
🔉
çirkince
🔉
άσχημα
🔉
αποκρουστικά
🔉
çirkinleşebilme
🔉
δυνατότητα να ασχημύνει (η)
🔉
çirkinleşebilmek
🔉
μπορώ να ασχημύνω
🔉
μπορώ να γίνω άσχημος
🔉
çirkinleşiverme
🔉
ξαφνικό ασχήμισμα (το)
🔉
çirkinleşivermek
🔉
ασχημύνω αμέσως
🔉
γίνομαι άσχημος αμέσως
🔉
çirkinleşme
🔉
ασχήμισμα (το)
🔉
çirkinleşmek
🔉
ασχημύνω
🔉
γίνομαι άσχημος
🔉
çirkinleştirebilme
🔉
δυνατότητα να ασχημύνει κανείς (η)
🔉
çirkinleştirebilmek
🔉
μπορώ να ασχημύνω
🔉
çirkinleştirilebilme
🔉
δυνατότητα να ασχημυνθεί (η)
🔉
çirkinleştirilebilmek
🔉
μπορεί να ασχημυνθεί
🔉
çirkinleştirilme
🔉
ασχήμυνση (η)
🔉
çirkinleştirilmek
🔉
ασχημύνομαι
🔉
çirkinleştirme
🔉
ασχήμυνση (η)
🔉
çirkinleştirmek
🔉
ασχημαίνω
🔉
καθιστώ άσχημο
🔉
çirkinlik
🔉
ασχήμια (η)
🔉
çirkinseme
🔉
αποστροφή (η)
🔉
αποδοκιμασία (η)
🔉
çirkinsemek
🔉
αποστρέφομαι
🔉
αποδοκιμάζω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱