Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
çukur
🔉
λάκκος (ο)
🔉
κοιλότητα (η)
🔉
βούλιαγμα (το)
🔉
çükür
🔉
λακκουβίτσα (η)
🔉
μικρός λάκκος (ο)
🔉
çukur korozyonu
🔉
διάβρωση με κοιλότητες (η)
🔉
εντοπισμένη διάβρωση (η)
🔉
çukurca
🔉
κάπως βαθουλωτός
🔉
ελαφρώς κοίλος
🔉
Çukurca
🔉
Τσουκούρτζα (η)
🔉
çukurlanma
🔉
δημιουργία κοιλοτήτων (η)
🔉
βαθούλωμα (το)
🔉
çukurlanmak
🔉
δημιουργώ κοιλότητες
🔉
βαθουλώνω
🔉
çukurlaşma
🔉
κοίλανση (η)
🔉
εμβάθυνση (η)
🔉
çukurlaşmak
🔉
κοίλομαι
🔉
εμβαθύνω
🔉
çukurlaştırılma
🔉
κοίλανση (η)
🔉
εμβάθυνση (η)
🔉
çukurlaştırılmak
🔉
κοίλομαι (κατ’ ενέργειαν άλλου)
🔉
εμβαθύνομαι
🔉
çukurlaştırma
🔉
κοίλανση (η)
🔉
εμβάθυνση (η)
🔉
çukurlaştırmak
🔉
κοιλαίνω
🔉
εμβαθύνω
🔉
çukurlatma
🔉
δημιουργία λάκκου (η)
🔉
βαθούλωμα (το)
🔉
çukurlatmak
🔉
κάνω λάκκο
🔉
βαθουλώνω
🔉
çukurlu
🔉
με λάκκους
🔉
κοίλος
🔉
çukurluk
🔉
κοιλότητα (η)
🔉
λακκούβα (η)
🔉
Çukurova
🔉
Τσουκούροβα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱