Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
çuval 🔉  

σακί (το) 🔉  
τσουβάλι (το) 🔉  
çuvalcı 🔉  

σακκάς (ο) 🔉  
κατασκευαστής σακιών (ο) 🔉  
çuvalcılık 🔉  

σακκοποιία (η) 🔉  
εμπορία σακιών (η) 🔉  
çuvaldız 🔉  

σακοβελόνα (η) 🔉  
βελόνα σακιών (η) 🔉  
çuvallama 🔉  

αποτυχία (η) 🔉  
φιάσκο (το) 🔉  
çuvallamak 🔉  

αποτυγχάνω 🔉  
παθαίνω φιάσκο 🔉  
çuvallanma 🔉  

σακκοποίηση (η) 🔉  
τοποθέτηση σε σακί (η) 🔉  
çuvallanmak 🔉  

μπαίνω σε σακί 🔉  
σακκοποιούμαι 🔉  
çuvallatabilme 🔉  

δυνατότητα να σακκοποιήσει (η) 🔉  
δυνατότητα να αποτύχει (η) 🔉  
çuvallatabilmek 🔉  

δύναμαι να σακκοποιήσω 🔉  
δύναμαι να οδηγήσω σε αποτυχία 🔉  
çuvallatma 🔉  

σακκοποίηση (η) 🔉  
πρόκληση αποτυχίας (η) 🔉  
çuvallatmak 🔉  

βάζω σε σακί 🔉  
οδηγώ σε αποτυχία 🔉  
çuvallayabilme 🔉  

δυνατότητα να αποτύχει (η) 🔉  
çuvallayabilmek 🔉  

δύναμαι να αποτύχω 🔉  
çuvallayış 🔉  

αποτυχία (η) 🔉  
φιάσκο (το) 🔉  
çuvallayıverme 🔉  

άμεση αποτυχία (η) 🔉  
άμεσο φιάσκο (το) 🔉  
çuvallayıvermek 🔉  

αποτυγχάνω αμέσως 🔉  
παθαίνω φιάσκο αμέσως 🔉  
çuvallı 🔉  

σακωμένος 🔉  
με σακί 🔉  
çuvalsız 🔉  

χωρίς σακί 🔉  
άσακος 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱