Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
ödünç
🔉
δάνειο (το)
🔉
δανεισμός (ο)
🔉
ödünçleme
🔉
δανεισμός (ο)
🔉
δανειοληψία (η)
🔉
ödünçlemek
🔉
δανείζω
🔉
δανείζομαι
🔉
ödünçlenme
🔉
δανεισμός (ο)
🔉
ödünçlenmek
🔉
δανείζομαι
🔉
ödünçleşme
🔉
αμοιβαίος δανεισμός (ο)
🔉
ödünçleşmek
🔉
δανείζομαι αμοιβαία
🔉
ανταλλάσσω δανεικά
🔉
oduncu
🔉
ξυλοκόπος (ο)
🔉
καυσόξυλατζής (ο)
🔉
ödüncü
🔉
συμβιβαστικός
🔉
υποχωρητικός
🔉
oduncul
🔉
ξυλώδης
🔉
odunculuk
🔉
ξυλεία (η)
🔉
ξυλοκοπία (η)
🔉
ödüncülük
🔉
συμβιβαστικότητα (η)
🔉
υποχωρητικότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱