Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
ölüm
🔉
θάνατος (ο)
🔉
ölüm cezası
🔉
θανατική ποινή (η)
🔉
ölüm dirim
🔉
ζωή και θάνατος (ο/η)
🔉
ζήτημα ζωής ή θανάτου (το)
🔉
ölüm döşeği
🔉
νεκροκρέβατο (το)
🔉
κλίνη θανάτου (η)
🔉
ölüm emri
🔉
διαταγή θανάτου (η)
🔉
ölüm fermanı
🔉
θανατική καταδίκη (η)
🔉
θανατική απόφαση (η)
🔉
ölüm kâğıdı
🔉
ληξιαρχική πράξη θανάτου (η)
🔉
πιστοποιητικό θανάτου (το)
🔉
ölüm kalım meselesi
🔉
ζήτημα ζωής ή θανάτου (το)
🔉
ölüm korkusu
🔉
φόβος θανάτου (ο)
🔉
ölüm oranı
🔉
ποσοστό θνησιμότητας (το)
🔉
δείκτης θνησιμότητας (ο)
🔉
ölüm orucu
🔉
απεργία πείνας μέχρι θανάτου (η)
🔉
ölüm sessizliği
🔉
σιωπή θανάτου (η)
🔉
ölüm sigortası
🔉
ασφάλιση ζωής (η)
🔉
ασφάλεια θανάτου (η)
🔉
ölüm sükûtu
🔉
σιωπή θανάτου (η)
🔉
ölüm tazminatı
🔉
αποζημίωση θανάτου (η)
🔉
ölümcül
🔉
θανατηφόρος
🔉
θανάσιμος
🔉
olumlama
🔉
κατάφαση (η)
🔉
olumlanma
🔉
κατάφαση (η)
🔉
olumlanmak
🔉
καταφάσκομαι
🔉
ölümlü
🔉
θνητός
🔉
olumlu
🔉
θετικός
🔉
olumlu cümle
🔉
καταφατική πρόταση (η)
🔉
ölümlü dünya
🔉
θνητός κόσμος (ο)
🔉
πρόσκαιρος κόσμος (ο)
🔉
olumlu eylem
🔉
θετική πράξη (η)
🔉
olumlu fiil
🔉
καταφατικό ρήμα (το)
🔉
olumlu tümce
🔉
καταφατική πρόταση (η)
🔉
ölümlük
🔉
θνητότητα (η)
🔉
θνησιμότητα (η)
🔉
ölümlük dirimlik
🔉
ζωντανός-νεκρός
🔉
μισοπεθαμένος
🔉
ölümlülük
🔉
θνητότητα (η)
🔉
θνησιμότητα (η)
🔉
olumluluk
🔉
θετικότητα (η)
🔉
olumsal
🔉
ενδεχομενικός
🔉
olumsallık
🔉
ενδεχομενικότητα (η)
🔉
ölümsek
🔉
ετοιμοθάνατος
🔉
ölümsüz
🔉
αθάνατος
🔉
αθάνατος (ο)
🔉
olumsuz
🔉
αρνητικός
🔉
olumsuz cümle
🔉
αρνητική πρόταση (η)
🔉
olumsuz eylem
🔉
αρνητική πράξη (η)
🔉
olumsuz fiil
🔉
αρνητικό ρήμα (το)
🔉
olumsuz tümce
🔉
αρνητική πρόταση (η)
🔉
olumsuzlanma
🔉
άρνηση (η)
🔉
olumsuzlanmak
🔉
αρνούμαι
🔉
τίθεμαι σε άρνηση
🔉
olumsuzlaştırma
🔉
αρνητικοποίηση (η)
🔉
olumsuzlaştırmak
🔉
αρνητικοποιώ
🔉
ölümsüzleşebilme
🔉
δυνατότητα αθανατοποίησης (η)
🔉
δυνατότητα αθανατοποίησης (η)
🔉
ölümsüzleşebilmek
🔉
δύναμαι να αθανατοποιηθώ
🔉
δύναμαι να καταστώ αθάνατος
🔉
ölümsüzleşme
🔉
αθανατοποίηση (η)
🔉
αθανασία (η)
🔉
ölümsüzleşmek
🔉
αθανατοποιούμαι
🔉
καθίσταμαι αθάνατος
🔉
ölümsüzleştirebilme
🔉
δυνατότητα αθανατοποίησης (η)
🔉
ölümsüzleştirebilmek
🔉
δύναμαι να αθανατοποιήσω
🔉
ölümsüzleştirilme
🔉
αθανατοποίηση (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱