Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
örtü 🔉  

κάλυμμα (το) 🔉  
σκέπασμα (το) 🔉  
πέπλο (το) 🔉  
örtük 🔉  

έμμεσος 🔉  
υπονοούμενος 🔉  
καλυμμένος 🔉  
örtüklük 🔉  

εμμεσότητα (η) 🔉  
υπονοητικότητα (η) 🔉  
örtülme 🔉  

κάλυψη (η) 🔉  
επικάλυψη (η) 🔉  
örtülmek 🔉  

καλύπτομαι 🔉  
σκεπάζομαι 🔉  
örtülü 🔉  

καλυμμένος 🔉  
σκεπασμένος 🔉  
örtülü ödenek 🔉  

απόρρητο κονδύλι (το) 🔉  
örtülü omurgalılar 🔉  

αμνιωτά (τα) 🔉  
örtülülük 🔉  

κάλυψη (η) 🔉  
καλυμμένη κατάσταση (η) 🔉  
örtülüş 🔉  

κάλυψη (η) 🔉  
σκέπασμα (το) 🔉  
örtünme 🔉  

κάλυψη (η) 🔉  
περιτύλιξη (η) 🔉  
örtünmek 🔉  

σκεπάζομαι 🔉  
τυλίγομαι 🔉  
örtünüş 🔉  

κάλυψη (η) 🔉  
τρόπος κάλυψης (ο) 🔉  
örtüş 🔉  

επικάλυψη (η) 🔉  
σύμπτωση (η) 🔉  
örtüşebilme 🔉  

δυνατότητα επικάλυψης (η) 🔉  
δυνατότητα σύμπτωσης (η) 🔉  
örtüşebilmek 🔉  

δύναμαι να επικαλύπτομαι 🔉  
δύναμαι να συμπίπτω 🔉  
örtüşme 🔉  

επικάλυψη (η) 🔉  
σύμπτωση (η) 🔉  
örtüşmek 🔉  

επικαλύπτομαι 🔉  
συμπίπτω 🔉  
örtüştürme 🔉  

επικάλυψη (η) 🔉  
ταύτιση (η) 🔉  
örtüştürmek 🔉  

επικαλύπτω 🔉  
ταυτίζω 🔉  
örtüsüz 🔉  

ακάλυπτος 🔉  
γυμνός 🔉  
örtüverme 🔉  

κάλυψη (η) 🔉  
σκέπασμα (το) 🔉  
örtüvermek 🔉  

σκεπάζω αμέσως 🔉  
καλύπτω αμέσως 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱