Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
un
🔉
αλεύρι (το)
🔉
ün
🔉
φήμη (η)
🔉
δόξα (η)
🔉
un çorbası
🔉
αλευρόσουπα (η)
🔉
un helvası
🔉
χαλβάς από αλεύρι (ο)
🔉
uncu
🔉
αλευράς (ο)
🔉
unculuk
🔉
αλευροποιία (η)
🔉
επάγγελμα αλευρά (το)
🔉
ündeş
🔉
ομόηχος
🔉
ομόφωνος
🔉
ündeşlik
🔉
ομοηχία (η)
🔉
ομοφωνία (η)
🔉
üniforma
🔉
στολή (η)
🔉
ομοιόμορφη ενδυμασία (η)
🔉
üniformalı
🔉
με στολή
🔉
στολισμένος με στολή
🔉
üniformasız
🔉
χωρίς στολή
🔉
ünik
🔉
μοναδικός
🔉
ανεπανάληπτος
🔉
ünite
🔉
μονάδα (η)
🔉
üniter
🔉
ενιαίος
🔉
ενωτικός
🔉
üniversal
🔉
οικουμενικός
🔉
καθολικός
🔉
üniversite
🔉
πανεπιστήμιο (το)
🔉
üniversiteler arası
🔉
διαπανεπιστημιακός
🔉
üniversiteli
🔉
πανεπιστημιακός φοιτητής (ο)
🔉
πανεπιστημιακή φοιτήτρια (η)
🔉
üniversitelilik
🔉
φοιτητική ιδιότητα (η)
🔉
πανεπιστημιακότητα (η)
🔉
unlama
🔉
αλεύρωμα (το)
🔉
unlamak
🔉
αλευρώνω
🔉
unlanma
🔉
αλεύρωμα (το)
🔉
unlanmak
🔉
αλευρώνομαι
🔉
ünlem
🔉
επιφώνημα (το)
🔉
ünlem işareti
🔉
θαυμαστικό (το)
🔉
ünleme
🔉
επιφώνηση (η)
🔉
ünlemek
🔉
επιφωνώ
🔉
ünleniş
🔉
απόκτηση φήμης (η)
🔉
ünlenme
🔉
απόκτηση φήμης (η)
🔉
ünlenmek
🔉
γίνομαι διάσημος
🔉
αποκτώ φήμη
🔉
ünletme
🔉
καθιέρωση φήμης (η)
🔉
προβολή (η)
🔉
ünletmek
🔉
κάνω διάσημο
🔉
προβάλλω
🔉
ünlü
🔉
φωνήεν (το)
🔉
διάσημος
🔉
ünlü benzeşmesi
🔉
αφομοίωση φωνηέντων (η)
🔉
ünlü çatışması
🔉
σύγκρουση φωνηέντων (η)
🔉
ünlü düşmesi
🔉
αποβολή φωνήεντος (η)
🔉
ünlü kaynaşması
🔉
συγχώνευση φωνηέντων (η)
🔉
ünlü kısalması
🔉
βράχυνση φωνήεντος (η)
🔉
ünlü türemesi
🔉
επένθεση φωνήεντος (η)
🔉
ünlü uyumu
🔉
αρμονία φωνηέντων (η)
🔉
unluk
🔉
αλευροθήκη (η)
🔉
σακί αλευριού (το)
🔉
ünlülü
🔉
με φωνήεν
🔉
φωνηεντικός
🔉
ünlülük
🔉
φωνηεντικότητα (η)
🔉
ünsiyet
🔉
οικειότητα (η)
🔉
εξοικείωση (η)
🔉
unsu
🔉
αλευρώδης
🔉
unsur
🔉
στοιχείο (το)
🔉
παράγοντας (ο)
🔉
ünsüz
🔉
σύμφωνο (το)
🔉
ünsüz benzeşmesi
🔉
αφομοίωση συμφώνων (η)
🔉
ünsüz düşmesi
🔉
αποβολή συμφώνου (η)
🔉
ünsüz göçüşmesi
🔉
μετάθεση συμφώνων (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱