Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
üretim
🔉
παραγωγή (η)
🔉
üretim araçları
🔉
μέσα παραγωγής (τα)
🔉
üretim artığı
🔉
πλεόνασμα παραγωγής (το)
🔉
üretim bandı
🔉
γραμμή παραγωγής (η)
🔉
üretim biçimi
🔉
τρόπος παραγωγής (ο)
🔉
üretim güçleri
🔉
παραγωγικές δυνάμεις (οι)
🔉
üretim ilişkileri
🔉
σχέσεις παραγωγής (οι)
🔉
üretim kooperatifi
🔉
παραγωγικός συνεταιρισμός (ο)
🔉
üretimevi
🔉
εργαστήριο παραγωγής (το)
🔉
μονάδα παραγωγής (η)
🔉
üretimlik
🔉
παραγωγικός
🔉
κατάλληλος για παραγωγή
🔉
üretimsel
🔉
παραγωγικός
🔉
της παραγωγής
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱