Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
üs
🔉
εκθέτης (ο)
🔉
δύναμη (η)
🔉
us
🔉
νους (ο)
🔉
λογική (η)
🔉
us dışı
🔉
παράλογος
🔉
εξωλογικός
🔉
us dışıcı
🔉
αντιορθολογιστής (ο)
🔉
us dışıcılık
🔉
αντιορθολογισμός (ο)
🔉
us pahası
🔉
τίμημα (το) της σύνεσης
🔉
κόστος (το) της σύνεσης
🔉
usa vurma
🔉
επίκληση της λογικής (η)
🔉
uşak
🔉
υπηρέτης (ο)
🔉
υπηρέτρια (η)
🔉
ακόλουθος (ο)
🔉
Uşak
🔉
Ουσάκ (το)
🔉
uşakkapan
🔉
παγίδα (η) για υπηρέτες
🔉
παγίδα (η) για αφελείς
🔉
Uşaklı
🔉
από το Ουσάκ
🔉
Ουσάκιος
🔉
uşaklık
🔉
υπηρεσία (η)
🔉
υπηρέτηση (η)
🔉
Uşaklılık
🔉
καταγωγή (η) από το Ουσάκ
🔉
usanç
🔉
ανία (η)
🔉
βαρεμάρα (η)
🔉
usançlık
🔉
ανία (η)
🔉
βαρεμάρα (η)
🔉
usandırış
🔉
πρόκληση ανίας (η)
🔉
usandırma
🔉
πρόκληση ανίας (η)
🔉
usandırmak
🔉
βαριέμαι
🔉
προκαλώ ανία
🔉
usangın
🔉
βαριεστημένος
🔉
κουρασμένος
🔉
usanılma
🔉
ανία (η)
🔉
usanılmak
🔉
βαριέμαι
🔉
usanış
🔉
ανία (η)
🔉
usanma
🔉
ανία (η)
🔉
usanmak
🔉
βαριέμαι
🔉
σιχαίνομαι
🔉
usantı
🔉
ανία (η)
🔉
βαρεμάρα (η)
🔉
usare
🔉
εκχύλισμα (το)
🔉
χυμός (ο)
🔉
usçu
🔉
ορθολογιστής (ο)
🔉
usçuluk
🔉
ορθολογισμός (ο)
🔉
üşenç
🔉
οκνηρία (η)
🔉
τεμπελιά (η)
🔉
üşengeç
🔉
οκνηρός
🔉
τεμπέλης
🔉
üşengeçlik
🔉
οκνηρία (η)
🔉
τεμπελιά (η)
🔉
üşengen
🔉
οκνηρός
🔉
τεμπέλης
🔉
üşengenlik
🔉
οκνηρία (η)
🔉
τεμπελιά (η)
🔉
üşeniş
🔉
οκνηρία (η)
🔉
απροθυμία (η)
🔉
üşenme
🔉
οκνηρία (η)
🔉
απροθυμία (η)
🔉
üşenmek
🔉
οκνώ
🔉
βαριέμαι
🔉
üsera
🔉
αιχμάλωτοι (οι)
🔉
Üsküdar
🔉
Σκούταρι (το)
🔉
üsküf
🔉
σκούφος (ο)
🔉
uskumru
🔉
σκουμπρί (το)
🔉
uskumru dolması
🔉
γεμιστό σκουμπρί (το)
🔉
uskumrugiller
🔉
σκουμπριδοειδή (τα)
🔉
uskumrumsugiller
🔉
σκουμπροειδή (τα)
🔉
uşkun
🔉
ραβέντι (το)
🔉
uskur
🔉
προπέλα (η)
🔉
üsküre
🔉
σκούρα (η)
🔉
uskurlu
🔉
με προπέλα
🔉
uskuru
🔉
προπέλα (η)
🔉
uslamlama
🔉
εξημέρωση (η)
🔉
κατευνασμός (ο)
🔉
uslamlamak
🔉
εξημερώνω
🔉
κατευνάζω
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱