Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
ışın
🔉
ακτίνα (η)
🔉
δέσμη (η)
🔉
ısın
🔉
θερμάνσου
🔉
ζεστάσου
🔉
ışın bilimci
🔉
ακτινολόγος (ο)
🔉
ışın bilimi
🔉
ακτινολογία (η)
🔉
ışın etkin
🔉
ακτινοενεργός
🔉
ışın etkinlik
🔉
ραδιενέργεια (η)
🔉
ακτινοενέργεια (η)
🔉
ışın tedavisi
🔉
ακτινοθεραπεία (η)
🔉
ısınabilme
🔉
δυνατότητα θέρμανσης (η)
🔉
ısınabilmek
🔉
μπορώ να ζεσταθώ
🔉
δύναμαι να θερμανθώ
🔉
ısındırabilme
🔉
δυνατότητα θέρμανσης (η)
🔉
ısındırabilmek
🔉
μπορώ να ζεστάνω
🔉
δύναμαι να θερμάνω
🔉
ısındırma
🔉
θέρμανση (η)
🔉
ısındırmak
🔉
ζεσταίνω
🔉
θερμαίνω
🔉
ışınım
🔉
ακτινοβολία (η)
🔉
ışınım akısı
🔉
ροή ακτινοβολίας (η)
🔉
ışınım alıcısı
🔉
δέκτης ακτινοβολίας (ο)
🔉
ışınım basıncı
🔉
πίεση ακτινοβολίας (η)
🔉
ışınım dengesi
🔉
ισοζύγιο ακτινοβολίας (το)
🔉
ışınımölçer
🔉
ακτινόμετρο (το)
🔉
ısınış
🔉
ζέσταμα (το)
🔉
θέρμανση (η)
🔉
ısınıverme
🔉
γρήγορο ζέσταμα (το)
🔉
ısınıvermek
🔉
ζεσταίνομαι αμέσως
🔉
θερμαίνομαι αμέσως
🔉
ışınlama
🔉
ακτινοβόληση (η)
🔉
ışınlamak
🔉
ακτινοβολώ
🔉
ακτινοβολώ/ακτινοβολλώ (ιατρ.)
🔉
ışınlandırma
🔉
ακτινοβόληση (η)
🔉
ακτινοποίηση (η)
🔉
ışınlandırmak
🔉
ακτινοβολώ
🔉
ακτινοποιώ
🔉
ışınlanma
🔉
ακτινοβόληση (η)
🔉
ışınlanmak
🔉
ακτινοβολούμαι
🔉
ακτινοβολούμαι (ιατρ.)
🔉
ışınlayıcı
🔉
ακτινοβολητής (ο)
🔉
ακτινοβόλος (ο)
🔉
ışınlı
🔉
ακτινοβόλος
🔉
ακτινοφόρος
🔉
ışınlılar
🔉
ακτινοβόλα (τα)
🔉
ακτινοφόρα (τα)
🔉
ısınma
🔉
θέρμανση (η)
🔉
ζέσταμα (το)
🔉
ısınma ısısı
🔉
θερμότητα θέρμανσης (η)
🔉
ısınma koşusu
🔉
προθέρμανση (η)
🔉
ısınmak
🔉
ζεσταίνομαι
🔉
θερμαίνομαι
🔉
ışınölçer
🔉
ακτινόμετρο (το)
🔉
ışıntı
🔉
ακτινοβολία (η)
🔉
λάμψη (η)
🔉
ışıntı lambası
🔉
λυχνία ακτινοβολίας (η)
🔉
λάμπα υπερύθρων (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱