Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
sık 🔉  

πυκνός 🔉  
συχνός 🔉  
σφιχτός 🔉  
şık 🔉  

κομψός 🔉  
σικ 🔉  
şık 🔉  

κλικ (το) 🔉  
sık otlatma 🔉  

εντατική βόσκηση (η) 🔉  
sık sık 🔉  

συχνά 🔉  
επανειλημμένα 🔉  
sıkabilme 🔉  

δυνατότητα να σφίξει (η) 🔉  
δυνατότητα να στύψει (η) 🔉  
sıkabilmek 🔉  

δύναμαι να σφίξω 🔉  
δύναμαι να στύψω 🔉  
sıkacak 🔉  

στίφτης (ο) 🔉  
πρέσα (η) 🔉  
sıkboğaz 🔉  

στενωπός (ο) 🔉  
αδιέξοδο (το) 🔉  
sıkça 🔉  

συχνά 🔉  
sıkı 🔉  

σφιχτός 🔉  
αυστηρός 🔉  
στενός 🔉  
sıkı ağızlı 🔉  

με στενό στόμιο 🔉  
sıkı denetim 🔉  

αυστηρός έλεγχος (ο) 🔉  
sıkı denetimci 🔉  

αυστηρός ελεγκτής (ο) 🔉  
sıkı denetimcilik 🔉  

αυστηρή ελεγκτική πρακτική (η) 🔉  
sıkı doku 🔉  

πυκνός ιστός (ο) 🔉  
sıkı düzen 🔉  

αυστηρή τάξη (η) 🔉  
πειθαρχία (η) 🔉  
sıkı fıkı 🔉  

πολύ στενός 🔉  
κολλητός 🔉  
sıkı fıkılık 🔉  

στενή σχέση (η) 🔉  
οικειότητα (η) 🔉  
sıkı sıkı 🔉  

σφιχτά 🔉  
πολύ σφιχτά 🔉  
sıkı sıkıya 🔉  

στενά 🔉  
άρρηκτα 🔉  
sıkıca 🔉  

σφιχτά 🔉  
γερά 🔉  
sıkıcı 🔉  

βαρετός 🔉  
ανιαρός 🔉  
sıkıcılık 🔉  

ανία (η) 🔉  
βαρεμάρα (η) 🔉  
sıkılama 🔉  

σφίξιμο (το) 🔉  
στύψιμο (το) 🔉  
sıkılamak 🔉  

σφίγγω 🔉  
στύβω 🔉  
sıkılanma 🔉  

πλήξη (η) 🔉  
βαρεμάρα (η) 🔉  
sıkılanmak 🔉  

βαριέμαι 🔉  
πλήττω 🔉  
sıkılaştırma 🔉  

σύσφιξη (η) 🔉  
αυστηροποίηση (η) 🔉  
sıkılaştırmak 🔉  

συσφίγγω 🔉  
αυστηροποιώ 🔉  
sıkılgan 🔉  

ντροπαλός 🔉  
συνεσταλμένος 🔉  
sıkılganlık 🔉  

συστολή (η) 🔉  
ντροπαλότητα (η) 🔉  
sıkılık 🔉  

σφιχτότητα (η) 🔉  
αυστηρότητα (η) 🔉  
sıkılış 🔉  

τρόπος σφιξίματος (ο) 🔉  
τρόπος στύψιμου (ο) 🔉  
sıkılma 🔉  

σφίξιμο (το) 🔉  
στύψιμο (το) 🔉  
πλήξη (η) 🔉  
sıkılmak 🔉  

σφίγγομαι 🔉  
στύβομαι 🔉  
βαριέμαι 🔉  
sıkılmaz 🔉  

ακούραστος 🔉  
ακατάβλητος 🔉  
που δεν βαριέται 🔉  
sıkılmazlık 🔉  

ακαταβλησία (η) 🔉  
αντοχή (η) 🔉  
sıkım 🔉  

στύψιμο (το) 🔉  
πίεση (η) 🔉  
sıkınma 🔉  

στενοχώρια (η) 🔉  
δυσφορία (η) 🔉  
sıkınmak 🔉  

στενοχωριέμαι 🔉  
δυσφορώ 🔉  
sıkıntı 🔉  

στενοχώρια (η) 🔉  
δυσκολία (η) 🔉  
ταλαιπωρία (η) 🔉  
sıkıntılı 🔉  

στενοχωρημένος 🔉  
προβληματικός 🔉  
sıkıntılılık 🔉  

προβληματικότητα (η) 🔉  
κατάσταση στενοχώριας (η) 🔉  
sıkıntısız 🔉  

χωρίς στενοχώρια 🔉  
απροβλημάτιστος 🔉  
sıkıntısızlık 🔉  

απουσία στενοχώριας (η) 🔉  
ανεμελιά (η) 🔉  
şıkır şıkır 🔉  

κροταλιστά 🔉  
şıkırdama 🔉  

κροτάλισμα (το) 🔉  
şıkırdamak 🔉  

κροταλίζω 🔉  
şıkırdatma 🔉  

κροτάλισμα (το) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱