Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
şaka 🔉  

αστείο (το) 🔉  
αστεϊσμός (ο) 🔉  
saka 🔉  

αστεϊσμός (ο) 🔉  
αστείο (το) 🔉  
νερουλάς (ο) 🔉  
saka kuşu 🔉  

σπίζα (η) 🔉  
φλώρος (ο) 🔉  
şaka maka 🔉  

αστεία-αστεία 🔉  
χωρίς πολλά-πολλά 🔉  
şaka yollu 🔉  

αστειευόμενος 🔉  
χαριτολογώντας 🔉  
şakacı 🔉  

αστειάτορας (ο) 🔉  
χωρατατζής (ο) 🔉  
şakacıktan 🔉  

αστειευόμενος 🔉  
για αστείο 🔉  
şakacılık 🔉  

αστειολογία (η) 🔉  
χωρατολογία (η) 🔉  
şakadan 🔉  

για αστείο 🔉  
αστειευόμενος 🔉  
sakaf 🔉  

στέγη (η) 🔉  
sakağı 🔉  

μόρβα (η) 🔉  
sakağılı 🔉  

με μόρβα 🔉  
şakak 🔉  

κρόταφος (ο) 🔉  
sakak 🔉  

ρυάκι (το) 🔉  
υδρορροή (η) 🔉  
sakal 🔉  

γένι (το) 🔉  
πώγων (ο) 🔉  
sakal fırçası 🔉  

βούρτσα γενειάδας (η) 🔉  
şakalaşabilme 🔉  

δυνατότητα αστειευμού (η) 🔉  
şakalaşabilmek 🔉  

μπορώ να αστειευτώ 🔉  
şakalaşma 🔉  

αστειευμός (ο) 🔉  
şakalaşmak 🔉  

αστειεύομαι 🔉  
şakalı 🔉  

αστείος 🔉  
με αστεία 🔉  
sakalı 🔉  

γενειοφόρος (ο) 🔉  
sakalık 🔉  

γενειάδα (η) 🔉  
πώγων (ο) 🔉  
sakallanma 🔉  

γένωμα (το) 🔉  
γενειοφορία (η) 🔉  
sakallanmak 🔉  

βγάζω γένια 🔉  
γενειοφορώ 🔉  
sakallı 🔉  

γενειοφόρος 🔉  
sakallı kartal 🔉  

γυπαετός (ο) 🔉  
sakallılık 🔉  

γενειοφορία (η) 🔉  
sakalsız 🔉  

αγένειος 🔉  
ξυρισμένος 🔉  
sakalsızlık 🔉  

αγενειότητα (η) 🔉  
ξυρισιμότητα (η) 🔉  
sakamet 🔉  

αναπηρία (η) 🔉  
σωματικό ελάττωμα (το) 🔉  
sakametli 🔉  

ανάπηρος 🔉  
ελαττωματικός 🔉  
sakandırık 🔉  

αδέξιος (ο) 🔉  
γκαφατζής (ο) 🔉  
sakar 🔉  

αδέξιος 🔉  
γκαφατζής 🔉  
sakar meke 🔉  

φαλαρίδα (η) 🔉  
sakar otu 🔉  

στρύχνος (ο) 🔉  
sakarca 🔉  

αδέξια 🔉  
γκαφατζίδικα 🔉  
sakarimetre 🔉  

σακχαρόμετρο (το) 🔉  
sakarimetri 🔉  

σακχαρομετρία (η) 🔉  
sakarin 🔉  

σακχαρίνη (η) 🔉  
sakarinli 🔉  

με σακχαρίνη 🔉  
sakarinsiz 🔉  

χωρίς σακχαρίνη 🔉  
sakarlaşma 🔉  

αδεξιοποίηση (η) 🔉  
sakarlaşmak 🔉  

γίνομαι αδέξιος 🔉  
γίνομαι γκαφατζής 🔉  
sakarlık 🔉  

αδεξιότητα (η) 🔉  
γκαφατζιλίκι (το) 🔉  
Sakarya 🔉  

Σαγγάριος (ο) 🔉  
Sakaryalı 🔉  

Σαγγαριανός (ο) 🔉  
Σαγγαριανή (η) 🔉  
Sakaryalılık 🔉  

σαγκκαριανή καταγωγή (η) 🔉  
şakasız 🔉  

χωρίς αστεία 🔉  
σοβαρά 🔉  
sakat 🔉  

ανάπηρος 🔉  
χωλός 🔉  
ελαττωματικός 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱