Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
doğu 🔉  

ανατολή (η) 🔉  
Doğu 🔉  

Ανατολή (η) 🔉  
Doğu bilimci 🔉  

ανατολιστής (ο) 🔉  
ανατολίστρια (η) 🔉  
Doğu bilimi 🔉  

ανατολιστική επιστήμη (η) 🔉  
ανατολισμός (ο) 🔉  
Doğu Bloku 🔉  

Ανατολικό Μπλοκ (το) 🔉  
doğu kayını 🔉  

ανατολική οξιά (η) 🔉  
doğu noktası 🔉  

ανατολικό σημείο (το) 🔉  
Doğu Türkçesi 🔉  

ανατολική τουρκική (η) 🔉  
ανατολική τουρκική γλώσσα (η) 🔉  
Doğubeyazıt 🔉  

Ντογουμπεγιαζίτ (το) 🔉  
Doğucu 🔉  

ανατολιστής (ο) 🔉  
ανατολίστρια (η) 🔉  
Doğuculuk 🔉  

ανατολισμός (ο) 🔉  
Doğulu 🔉  

Ανατολίτης (ο) 🔉  
Ανατολίτισσα (η) 🔉  
Doğuluca 🔉  

ανατολίτικα 🔉  
Doğululaşma 🔉  

εξανατολισμός (ο) 🔉  
Doğululaşmak 🔉  

εξανατολίζομαι 🔉  
Doğululaştırma 🔉  

εξανατολισμός (ο) 🔉  
Doğululaştırmak 🔉  

εξανατολίζω 🔉  
Doğululuk 🔉  

ανατολίτικος χαρακτήρας (ο) 🔉  
doğum 🔉  

γέννηση (η) 🔉  
τοκετός (ο) 🔉  
doğum günü 🔉  

γενέθλια (τα) 🔉  
doğum ilmühaberi 🔉  

ληξιαρχική πράξη γέννησης (η) 🔉  
doğum izni 🔉  

άδεια μητρότητας (η) 🔉  
άδεια πατρότητας (η) 🔉  
doğum kontrolü 🔉  

αντισύλληψη (η) 🔉  
έλεγχος γεννήσεων (ο) 🔉  
doğum odası 🔉  

αίθουσα τοκετού (η) 🔉  
doğum oranı 🔉  

ποσοστό γεννήσεων (το) 🔉  
γεννητικότητα (η) 🔉  
doğum sancısı 🔉  

ωδίνες (οι) 🔉  
πόνοι τοκετού (οι) 🔉  
doğum tarihi 🔉  

ημερομηνία γέννησης (η) 🔉  
doğum yeri 🔉  

τόπος γέννησης (ο) 🔉  
doğumevi 🔉  

μαιευτήριο (το) 🔉  
doğumhane 🔉  

μαιευτήριο (το) 🔉  
doğumlu 🔉  

γεννημένος 🔉  
doğumsal 🔉  

συγγενής 🔉  
εκ γενετής 🔉  
doğurabilme 🔉  

δυνατότητα τεκνοποίησης (η) 🔉  
doğurabilmek 🔉  

τεκνοποιώ 🔉  
γεννώ 🔉  
doğuranlar 🔉  

γεννήτορες (οι) 🔉  
τίκτουσες (οι) 🔉  
doğurgan 🔉  

γόνιμος 🔉  
παραγωγικός 🔉  
doğurganlaşma 🔉  

γονιμοποίηση (η) 🔉  
αύξηση γονιμότητας (η) 🔉  
doğurganlaşmak 🔉  

γονιμοποιούμαι 🔉  
καθίσταμαι γόνιμος 🔉  
doğurganlaştırma 🔉  

γονιμοποίηση (η) 🔉  
καθιστώ γόνιμο (η) 🔉  
doğurganlaştırmak 🔉  

γονιμοποιώ 🔉  
καθιστώ γόνιμο 🔉  
doğurganlık 🔉  

γονιμότητα (η) 🔉  
παραγωγικότητα (η) 🔉  
doğurgu 🔉  

γονιμοποιητική δύναμη (η) 🔉  
doğurma 🔉  

γέννα (η) 🔉  
τεκνοποίηση (η) 🔉  
doğurmak 🔉  

γεννώ 🔉  
τίκτω 🔉  
doğurtabilme 🔉  

δυνατότητα πρόκλησης τοκετού (η) 🔉  
doğurtabilmek 🔉  

προκαλώ τοκετό 🔉  
ξεγεννώ 🔉  
doğurtma 🔉  

πρόκληση τοκετού (η) 🔉  
ξεγέννημα (το) 🔉  
doğurtmak 🔉  

προκαλώ τοκετό 🔉  
ξεγεννώ 🔉  
doğurucu 🔉  

γεννητικός 🔉  
γονιμοποιητικός 🔉  
doğuruculuk 🔉  

γεννητικότητα (η) 🔉  
γονιμοποιητική ικανότητα (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱