Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
keskin
🔉
κοφτερός
🔉
οξύς
🔉
αιχμηρός
🔉
διαπεραστικός
🔉
Keskin
🔉
Κεσκίν
🔉
keskin nişancı
🔉
ελεύθερος σκοπευτής (ο)
🔉
keskin nişancılık
🔉
ελεύθερη σκοποβολή (η)
🔉
σκοπευτική ελευθέρου σκοπευτή (η)
🔉
keskinci
🔉
ακονιστής (ο)
🔉
keskincilik
🔉
ακονιστική (η)
🔉
keskinleşme
🔉
όξυνση (η)
🔉
ακονισμός (ο)
🔉
keskinleşmek
🔉
οξύνομαι
🔉
ακονίζομαι
🔉
keskinleştirme
🔉
όξυνση (η)
🔉
ακόνισμα (το)
🔉
keskinleştirmek
🔉
οξύνω
🔉
ακονίζω
🔉
keskinletme
🔉
ακόνισμα (το)
🔉
keskinletmek
🔉
ακονίζω
🔉
keskinlik
🔉
οξύτητα (η)
🔉
κοφτερότητα (η)
🔉
αιχμηρότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱