Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
yay
🔉
τόξο (το)
🔉
ελατήριο (το)
🔉
Yay
🔉
Τοξότης (ο)
🔉
yay ayraç
🔉
αγκύλη (η)
🔉
yay kabzası
🔉
λαβή τόξου (η)
🔉
yay kolu
🔉
βραχίονας τόξου (ο)
🔉
yaya
🔉
πεζός (ο)
🔉
πεζή (η)
🔉
yaya çivisi
🔉
καρφί πετάλου (το)
🔉
yaya geçidi
🔉
διάβαση πεζών (η)
🔉
yaya kaldırımı
🔉
πεζοδρόμιο (το)
🔉
yaya köprüsü
🔉
πεζογέφυρα (η)
🔉
yaya yolu
🔉
πεζόδρομος (ο)
🔉
οδός πεζών (η)
🔉
yayabilme
🔉
δυνατότητα εξάπλωσης (η)
🔉
δυνατότητα απλώματος (η)
🔉
yayabilmek
🔉
δύναμαι να απλώσω
🔉
μπορώ να εξαπλώσω
🔉
yayalaştırma
🔉
πεζοδρόμηση (η)
🔉
yayalaştırmak
🔉
πεζοδρομώ
🔉
yayalık
🔉
πεζοπορία (η)
🔉
yayan
🔉
πεζή
🔉
με τα πόδια
🔉
yayan yapıldak
🔉
πεζή-πεζή
🔉
με τα πόδια
🔉
yayçizer
🔉
σκιτσογράφος (ο)
🔉
γελοιογράφος (ο)
🔉
yaydırma
🔉
διάδοση (η)
🔉
εξάπλωση (η)
🔉
yaydırmak
🔉
διαδίδω
🔉
εξαπλώνω
🔉
yaygara
🔉
φασαρία (η)
🔉
θόρυβος (ο)
🔉
κραυγαλέα διαμαρτυρία (η)
🔉
yaygaracı
🔉
φασαριόζος
🔉
θορυβοποιός
🔉
yaygaracılık
🔉
φασαρία (η)
🔉
θορυβοποιία (η)
🔉
yaygı
🔉
στρωσίδι (το)
🔉
χαλί (το)
🔉
yaygı balığı
🔉
γλώσσα (η)
🔉
yaygın
🔉
διαδεδομένος
🔉
ευρύς
🔉
yaygın eğitim
🔉
μη τυπική εκπαίδευση (η)
🔉
εξωσχολική εκπαίδευση (η)
🔉
yaygın öğretim
🔉
εξ αποστάσεως εκπαίδευση (η)
🔉
ανοικτή εκπαίδευση (η)
🔉
yaygın yanlış
🔉
διαδεδομένη πλάνη (η)
🔉
κοινό σφάλμα (το)
🔉
yaygınlaşabilme
🔉
δυνατότητα διάδοσης (η)
🔉
δυνατότητα εξάπλωσης (η)
🔉
yaygınlaşabilmek
🔉
δύναμαι να διαδοθώ
🔉
μπορώ να εξαπλωθώ
🔉
yaygınlaşma
🔉
διάδοση (η)
🔉
εξάπλωση (η)
🔉
yaygınlaşmak
🔉
διαδίδομαι
🔉
εξαπλώνομαι
🔉
yaygınlaştırabilme
🔉
δυνατότητα διάδοσης (η)
🔉
δυνατότητα εξάπλωσης (η)
🔉
yaygınlaştırabilmek
🔉
δύναμαι να διαδώσω
🔉
μπορώ να εξαπλώσω
🔉
yaygınlaştırma
🔉
διάδοση (η)
🔉
εξάπλωση (η)
🔉
yaygınlaştırmak
🔉
διαδίδω
🔉
εξαπλώνω
🔉
yaygınlık
🔉
διάδοση (η)
🔉
εξάπλωση (η)
🔉
yayık
🔉
βούτυρο (το)
🔉
βουτυροκάδος (ο)
🔉
yayık ağızlı
🔉
πλατύστομος
🔉
yayık makinesi
🔉
βουτυρομηχανή (η)
🔉
yayık yayık
🔉
πλαδαρά
🔉
χαλαρά
🔉
yayıklama
🔉
χτύπημα για βούτυρο (το)
🔉
βουτυροποίηση (η)
🔉
yayıklamak
🔉
χτυπώ για να βγάλω βούτυρο
🔉
βουτυροποιώ
🔉
yayılabilme
🔉
δυνατότητα εξάπλωσης (η)
🔉
δυνατότητα διάχυσης (η)
🔉
yayılabilmek
🔉
δύναμαι να εξαπλωθώ
🔉
μπορώ να διαχυθώ
🔉
yayılı
🔉
απλωμένος
🔉
διασκορπισμένος
🔉
yayılım
🔉
εξάπλωση (η)
🔉
διάχυση (η)
🔉
yayılımcı
🔉
διαχυτικός
🔉
επεκτατικός
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱