Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
ağıl
🔉
μαντρί (το)
🔉
στάνη (η)
🔉
ağılama
🔉
μαντρώσιμο (το)
🔉
ağılamak
🔉
μαντρώνω
🔉
ağılandırma
🔉
κατασκευή μαντριού (η)
🔉
ağılandırmak
🔉
κατασκευάζω μαντρί
🔉
ağılanma
🔉
μαντρώσιμο (το)
🔉
ağılanmak
🔉
μαντρώνομαι
🔉
ağılaşma
🔉
μετατροπή σε μαντρί (η)
🔉
ağılaşmak
🔉
μετατρέπομαι σε μαντρί
🔉
ağılı
🔉
με μαντρί
🔉
σταβλισμένος
🔉
ağılı böcek
🔉
σταβλόβιο έντομο (το)
🔉
ağıllanma
🔉
σταβλισμός (ο)
🔉
ağıllanmak
🔉
σταβλίζομαι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱