Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
ağa
🔉
αγάς (ο)
🔉
ağa kapısı
🔉
πύλη του αγά (η)
🔉
ağa yamağı
🔉
υπηρέτης αγά (ο)
🔉
ağababa
🔉
πρωτότοκος (ο)
🔉
πρεσβύτερος (ο)
🔉
ağababalık
🔉
πρωτοτοκία (η)
🔉
πρεσβυτερία (η)
🔉
ağabey
🔉
μεγαλύτερος αδελφός (ο)
🔉
ağabeylik
🔉
ιδιότητα μεγαλύτερου αδελφού (η)
🔉
ağaç
🔉
δέντρο (το)
🔉
ξύλο (το)
🔉
ağaç arısı
🔉
ξυλοσφήκα (η)
🔉
ağaç balı
🔉
μελίτωμα (το)
🔉
ağaç bilimci
🔉
δενδρολόγος (ο)
🔉
ağaç bilimi
🔉
δενδρολογία (η)
🔉
ağaç bilimsel
🔉
δενδρολογικός
🔉
ağaç biti
🔉
αφίδα (η)
🔉
ağaç çileği
🔉
κουμαριά (η)
🔉
κούμαρο (το)
🔉
ağaç ebegümeci
🔉
δενδρώδης μολόχα (η)
🔉
ağaç kaplama
🔉
ξυλόφυλλο (το)
🔉
καπλαμάς (ο)
🔉
ağaç kavunu
🔉
κίτρο (το)
🔉
ağaç kurbağası
🔉
δενδροβάτραχος (ο)
🔉
ağaç kurdu
🔉
ξυλοφάγο έντομο (το)
🔉
σαράκι (το)
🔉
ağaç mantarı
🔉
ξυλομύκητας (ο)
🔉
ağaç minesi
🔉
λαντάνα (η)
🔉
ağaç mobilya
🔉
ξύλινο έπιπλο (το)
🔉
ağaç nemi
🔉
υγρασία ξύλου (η)
🔉
ağaç oyma
🔉
ξυλογλυπτική (η)
🔉
ağaç parkı
🔉
δενδροπάρκο (το)
🔉
ağaç sakızı
🔉
ρητίνη (η)
🔉
ağaç sansarı
🔉
δενδροκούναβος (ο)
🔉
ağaç serçesi
🔉
δενδροσπουργίτης (ο)
🔉
ağaç yılanı
🔉
δενδρόφιδο (το)
🔉
ağaççık
🔉
δενδρύλλιο (το)
🔉
ağaççılık
🔉
δενδροκομία (η)
🔉
ağaçdelen
🔉
δρυοκολάπτης (ο)
🔉
ağacık
🔉
δενδρύλλιο (το)
🔉
ağacımsı
🔉
δενδρώδης
🔉
ağaçkakan
🔉
δρυοκολάπτης (ο)
🔉
ağaçkesen
🔉
ξυλοκόπος (ο)
🔉
ağaçküpesi
🔉
δενδρόβιο λειχήνι (το)
🔉
ağaçlama
🔉
δενδροφύτευση (η)
🔉
ağaçlamak
🔉
δενδροφυτεύω
🔉
ağaçlandırabilme
🔉
δυνατότητα αναδάσωσης (η)
🔉
ağaçlandırabilmek
🔉
δύναμαι να αναδασώσω
🔉
ağaçlandırılış
🔉
τρόπος αναδάσωσης (ο)
🔉
ağaçlandırılma
🔉
αναδάσωση (η)
🔉
ağaçlandırılmak
🔉
αναδασώνομαι
🔉
ağaçlandırış
🔉
αναδάσωση (η)
🔉
ağaçlandırma
🔉
αναδάσωση (η)
🔉
ağaçlandırmak
🔉
αναδασώνω
🔉
ağaçlanma
🔉
δενδροκάλυψη (η)
🔉
ağaçlanmak
🔉
δενδροκαλύπτομαι
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱