Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
acayip
🔉
παράξενος
🔉
αλλόκοτος
🔉
ιδιόρρυθμος
🔉
acayipleşebilme
🔉
δυνατότητα να παραξενέψει (η)
🔉
acayipleşebilmek
🔉
μπορώ να παραξενέψω
🔉
acayipleşiverme
🔉
αιφνίδια παραξένιση (η)
🔉
acayipleşivermek
🔉
παραξενεύω ξαφνικά
🔉
acayipleşme
🔉
παραξένιση (η)
🔉
acayipleşmek
🔉
παραξενεύω
🔉
γίνομαι παράξενος
🔉
acayipleştirme
🔉
παραξένισμα (το)
🔉
acayipleştirmek
🔉
παραξενεύω
🔉
καθιστώ παράξενο
🔉
acayiplik
🔉
παραξενιά (η)
🔉
ιδιορρυθμία (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱