Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
acemi 🔉  

άπειρος 🔉  
αρχάριος 🔉  
acemi ağası 🔉  

διοικητής νεοσύλλεκτων (ο) 🔉  
acemi birliği 🔉  

μονάδα νεοσύλλεκτων (η) 🔉  
acemi çaylak 🔉  

πρωτάρης (ο) 🔉  
acemi er 🔉  

νεοσύλλεκτος (ο) 🔉  
acemi ocağı 🔉  

σώμα νεοσύλλεκτων (το) 🔉  
acemi oğlanı 🔉  

νεοσύλλεκτος (ο) 🔉  
acemice 🔉  

σαν αρχάριος 🔉  
άπειρα 🔉  
acemicesine 🔉  

σαν αρχάριος 🔉  
άπειρα 🔉  
acemileşebilme 🔉  

δυνατότητα να γίνει άπειρος (η) 🔉  
acemileşebilmek 🔉  

μπορώ να γίνω άπειρος 🔉  
acemileşiverme 🔉  

αιφνίδια απειρία (η) 🔉  
acemileşivermek 🔉  

γίνομαι ξαφνικά άπειρος 🔉  
acemileşme 🔉  

απειρία (η) 🔉  
acemileşmek 🔉  

γίνομαι άπειρος 🔉  
acemilik 🔉  

απειρία (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱