Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
ahlak
🔉
ηθική (η)
🔉
ήθος (το)
🔉
ahlak bilimci
🔉
ηθικολόγος (ο)
🔉
επιστήμονας της ηθικής (ο)
🔉
ahlak bilimi
🔉
ηθική (η)
🔉
επιστήμη της ηθικής (η)
🔉
ahlak bilimsel
🔉
ηθικοεπιστημονικός
🔉
ahlak dışı
🔉
ανήθικος
🔉
ahlak dışıcı
🔉
ανηθικολόγος (ο)
🔉
ahlak dışıcılık
🔉
ανηθικότητα (η)
🔉
ahlak yasası
🔉
ηθικός νόμος (ο)
🔉
ahlak zabıtası
🔉
ηθική αστυνομία (η)
🔉
ahlakça
🔉
από ηθική άποψη
🔉
ahlakçı
🔉
ηθικολόγος (ο)
🔉
ηθικοπλάστης (ο)
🔉
ahlakçılık
🔉
ηθικολογία (η)
🔉
ahlaken
🔉
ηθικά
🔉
ahlaki
🔉
ηθικός
🔉
ahlaki vazife
🔉
ηθικό καθήκον (το)
🔉
ahlakilik
🔉
ηθικότητα (η)
🔉
ahlakiyat
🔉
ηθική (η)
🔉
ηθικολογία (η)
🔉
ahlaklı
🔉
ηθικός
🔉
ενάρετος
🔉
ahlaklılık
🔉
ηθικότητα (η)
🔉
εντιμότητα (η)
🔉
ahlaksız
🔉
ανήθικος
🔉
ahlaksızca
🔉
ανήθικα
🔉
ahlaksızcasına
🔉
με ανήθικο τρόπο
🔉
ahlaksızlık
🔉
ανηθικότητα (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱