Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
akım 🔉  

ρεύμα (το) 🔉  
τάση (η) 🔉  
κίνημα (το) 🔉  
akım azalışı 🔉  

μείωση ρεύματος (η) 🔉  
akım ölçümü 🔉  

μέτρηση ρεύματος (η) 🔉  
akım trafosu 🔉  

μετασχηματιστής ρεύματος (ο) 🔉  
akımcı 🔉  

οπαδός ρεύματος (ο) 🔉  
ρευματολόγος (ο) 🔉  
akımcılık 🔉  

ρευματολογία (η) 🔉  
προσήλωση σε ρεύμα (η) 🔉  
akımlı 🔉  

με ρεύμα 🔉  
ρευματοφόρος 🔉  
akımölçer 🔉  

αμπερόμετρο (το) 🔉  
akımsız 🔉  

χωρίς ρεύμα 🔉  
άρρευστος 🔉  
akımsızlık 🔉  

έλλειψη ρεύματος (η) 🔉  
ακινησία ροής (η) 🔉  
akımtoplar 🔉  

ρευματοσυλλέκτης (ο) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱