Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
akın 🔉  

έφοδος (η) 🔉  
επιδρομή (η) 🔉  
akın akın 🔉  

κατά κύματα 🔉  
μαζικά 🔉  
akıncı 🔉  

επιδρομέας (ο) 🔉  
ακιντζής (ο) 🔉  
Akıncılar 🔉  

Ακιντζιλάρ (το) 🔉  
akıncılık 🔉  

επιδρομική δράση (η) 🔉  
ακιντζήδικη δράση (η) 🔉  
akındırık 🔉  

ρεύμα (το) 🔉  
ροή (η) 🔉  
akınkayası 🔉  

βράχος ρεύματος (ο) 🔉  
akıntı 🔉  

ρεύμα (το) 🔉  
ροή (η) 🔉  
θαλάσσιο ρεύμα (το) 🔉  
akıntı bilimci 🔉  

ωκεανογράφος (ο) 🔉  
akıntı bilimi 🔉  

ωκεανογραφία (η) 🔉  
akıntı bilimsel 🔉  

ωκεανογραφικός 🔉  
akıntı çağanozu 🔉  

καβουράκι ρευμάτων (το) 🔉  
akıntılı 🔉  

με ρεύμα 🔉  
ρευματώδης 🔉  
akıntıölçer 🔉  

ρευματόμετρο (το) 🔉  
akıntısız 🔉  

χωρίς ρεύμα 🔉  
άρρευστος 🔉  
akıntısızlık 🔉  

έλλειψη ρεύματος (η) 🔉  
ακινησία ροής (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱