Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
akort
🔉
κούρδισμα (το)
🔉
τονισμός (ο)
🔉
akortçu
🔉
κουρδιστής (ο)
🔉
akortçuluk
🔉
τέχνη κουρδίσματος (η)
🔉
επάγγελμα κουρδιστή (το)
🔉
akortlama
🔉
κούρδισμα (το)
🔉
akortlamak
🔉
κουρδίζω
🔉
akortlanma
🔉
κούρδισμα (το)
🔉
akortlanmak
🔉
κουρδίζομαι
🔉
akortlatma
🔉
κούρδισμα (το)
🔉
akortlatmak
🔉
βάζω να κουρδίσουν
🔉
κουρδίζω (με τρίτον)
🔉
akortlu
🔉
κουρδισμένος
🔉
akortsuz
🔉
ξεκούρδιστος
🔉
φάλτσος
🔉
akortsuzlaşma
🔉
ξεκούρδισμα (το)
🔉
akortsuzlaşmak
🔉
ξεκουρδίζομαι
🔉
akortsuzlaştırma
🔉
ξεκούρδισμα (το)
🔉
akortsuzlaştırmak
🔉
ξεκουρδίζω
🔉
akortsuzluk
🔉
ξεκούρδισμα (το)
🔉
φαλτσάρισμα (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱