Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
aktar 🔉  

βοτανοπώλης (ο) 🔉  
μπαχαροπώλης (ο) 🔉  
aktarabilme 🔉  

δυνατότητα μεταφοράς (η) 🔉  
δυνατότητα μεταβίβασης (η) 🔉  
δυνατότητα μετάδοσης (η) 🔉  
aktarabilmek 🔉  

δύναμαι να μεταφέρω 🔉  
δύναμαι να μεταβιβάσω 🔉  
δύναμαι να μεταδώσω 🔉  
aktariye 🔉  

μπαχαρικά (τα) 🔉  
αποικιακά (τα) 🔉  
aktarıcı 🔉  

μεταφορέας (ο) 🔉  
πομπός (ο) 🔉  
αναμεταδότης (ο) 🔉  
aktarıcılık 🔉  

μεταφορά (η) 🔉  
αναμετάδοση (η) 🔉  
aktarılabilme 🔉  

δυνατότητα μεταφοράς (η) 🔉  
δυνατότητα μεταβίβασης (η) 🔉  
δυνατότητα μετάδοσης (η) 🔉  
aktarılabilmek 🔉  

δύναμαι να μεταφερθώ 🔉  
δύναμαι να μεταβιβασθώ 🔉  
δύναμαι να μεταδοθώ 🔉  
aktarılış 🔉  

μεταφορά (η) 🔉  
μεταβίβαση (η) 🔉  
μετάδοση (η) 🔉  
aktarılıverme 🔉  

άμεση μεταφορά (η) 🔉  
άμεση μετάδοση (η) 🔉  
aktarılıvermek 🔉  

μεταφέρομαι αμέσως 🔉  
μεταδίδομαι αμέσως 🔉  
aktarılma 🔉  

μεταφορά (η) 🔉  
μεταβίβαση (η) 🔉  
μετάδοση (η) 🔉  
aktarılmak 🔉  

μεταφέρομαι 🔉  
μεταβιβάζομαι 🔉  
μεταδίδομαι 🔉  
aktarım 🔉  

μεταφορά (η) 🔉  
μεταβίβαση (η) 🔉  
μετάδοση (η) 🔉  
aktarış 🔉  

μεταφορά (η) 🔉  
μεταβίβαση (η) 🔉  
μετάδοση (η) 🔉  
aktarıverme 🔉  

άμεση μεταφορά (η) 🔉  
άμεση μετάδοση (η) 🔉  
aktarıvermek 🔉  

μεταφέρω αμέσως 🔉  
μεταδίδω αμέσως 🔉  
aktarlık 🔉  

βοτανοπωλία (η) 🔉  
μπαχαροπωλία (η) 🔉  
aktarma 🔉  

μεταφορά (η) 🔉  
μεταφόρτωση (η) 🔉  
ανταπόκριση (η) 🔉  
aktarmacı 🔉  

μεταφορέας (ο) 🔉  
μεταφορτωτής (ο) 🔉  
aktarmacılık 🔉  

μεταφορική δραστηριότητα (η) 🔉  
μεταφόρτωση (η) 🔉  
aktarmak 🔉  

μεταφέρω 🔉  
μεταβιβάζω 🔉  
μεταδίδω 🔉  
μεταφορτώνω 🔉  
aktarmalı 🔉  

με ανταπόκριση 🔉  
με μεταφόρτωση 🔉  
aktarmasız 🔉  

χωρίς ανταπόκριση 🔉  
απευθείας 🔉  
aktartma 🔉  

πρόκληση μεταφοράς (η) 🔉  
πρόκληση μετάδοσης (η) 🔉  
aktartmak 🔉  

προκαλώ μεταφορά 🔉  
προκαλώ μετάδοση 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱