Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
alım
🔉
αγορά (η)
🔉
λήψη (η)
🔉
alım çalım
🔉
πόζα (η)
🔉
επιτήδευση (η)
🔉
ύφος (το)
🔉
alım satım
🔉
αγοραπωλησία (η)
🔉
alım satım bürosu
🔉
γραφείο αγοραπωλησιών (το)
🔉
alım satım ofisi
🔉
γραφείο αγοραπωλησιών (το)
🔉
alımcı
🔉
αγοραστής (ο)
🔉
alımcılık
🔉
αγοραστική δραστηριότητα (η)
🔉
εμπορία (η)
🔉
alımlama
🔉
αγορά (η)
🔉
προμήθεια (η)
🔉
alımlamak
🔉
αγοράζω
🔉
προμηθεύομαι
🔉
alımlı
🔉
ευπαρουσίαστος
🔉
χαριτωμένος
🔉
alımlı çalımlı
🔉
πολύ ευπαρουσίαστος
🔉
με ύφος
🔉
alımlılık
🔉
ευπαρουσίαστο (το)
🔉
χάρη (η)
🔉
alımsız
🔉
άχαρος
🔉
μη ευπαρουσίαστος
🔉
alımsızlık
🔉
αχαριστία (η)
🔉
έλλειψη χάρης (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱