Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
alma
🔉
λήψη (η)
🔉
παραλαβή (η)
🔉
αγορά (η)
🔉
almaç
🔉
δέκτης (ο)
🔉
almak
🔉
παίρνω
🔉
λαμβάνω
🔉
αγοράζω
🔉
παραλαμβάνω
🔉
αφαιρώ
🔉
κατακτώ
🔉
Alman
🔉
Γερμανός (ο)
🔉
γερμανικός
🔉
Alman gümüşü
🔉
γερμανικό ασήμι (το)
🔉
νικελασήμι (το)
🔉
Alman papatyası
🔉
γερμανικό χαμομήλι (το)
🔉
Alman usulü
🔉
κατά γερμανικό τρόπο
🔉
almanak
🔉
αλμανάκ (το)
🔉
Almanca
🔉
γερμανικά (τα)
🔉
Almancı
🔉
Γερμανοτούρκος (ο)
🔉
μετανάστης στη Γερμανία (ο)
🔉
Almancılık
🔉
γερμανοφιλία (η)
🔉
Almanlaşma
🔉
εκγερμανισμός (ο)
🔉
Almanlaşmak
🔉
εκγερμανίζομαι
🔉
Almanlaştırma
🔉
εκγερμανισμός (ο)
🔉
Almanlaştırmak
🔉
εκγερμανίζω
🔉
Almansever
🔉
γερμανόφιλος
🔉
almaş
🔉
εναλλαγή (η)
🔉
almaşık
🔉
εναλλασσόμενος
🔉
almaşık yapraklar
🔉
εναλλασσόμενα φύλλα (τα)
🔉
almaşıklık
🔉
εναλλαγή (η)
🔉
almaşlı
🔉
εναλλασσόμενος
🔉
almazlanma
🔉
επικάλυψη με διαμάντι (η)
🔉
almazlanmak
🔉
επικαλύπτομαι με διαμάντι
🔉
almazlık
🔉
διαμαντοφόρος θήκη (η)
🔉
θήκη διαμαντιού (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱