Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
aman
🔉
έλεος
🔉
βοήθεια
🔉
πρόσεχε
🔉
αλίμονο
🔉
aman zaman
🔉
πότε-πότε
🔉
κατά καιρούς
🔉
amanın
🔉
αμάν
🔉
amanname
🔉
αμαννάμε (το)
🔉
amansız
🔉
αμείλικτος
🔉
ανίατος
🔉
αδυσώπητος
🔉
amansız hastalık
🔉
ανίατη ασθένεια (η)
🔉
amansızca
🔉
αμείλικτα
🔉
αδυσώπητα
🔉
amansızcasına
🔉
σαν αμείλικτα
🔉
ως αδυσώπητα
🔉
amansızlık
🔉
αμειλικτότητα (η)
🔉
αδυσώπητο (το)
🔉
ανίατο (το)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱