Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
anlamsız
🔉
άνευ νοήματος
🔉
ασήμαντος
🔉
anlamsızca
🔉
άνευ νοήματος
🔉
ασυνάρτητα
🔉
anlamsızcasına
🔉
σαν να μην έχει νόημα
🔉
ασυνάρτητα
🔉
anlamsızlaşabilme
🔉
δυνατότητα απονοηματοδότησης (η)
🔉
anlamsızlaşabilmek
🔉
μπορώ να καταστώ άνευ νοήματος
🔉
anlamsızlaşma
🔉
απονοηματοδότηση (η)
🔉
anlamsızlaşmak
🔉
απονοηματοδοτούμαι
🔉
χάνω το νόημά μου
🔉
anlamsızlaştırabilme
🔉
δυνατότητα απονοηματοδότησης (η)
🔉
anlamsızlaştırabilmek
🔉
μπορώ να απονοηματοδοτήσω
🔉
anlamsızlaştırılma
🔉
απονοηματοδότηση (η)
🔉
anlamsızlaştırılmak
🔉
απονοηματοδοτούμαι
🔉
anlamsızlaştırma
🔉
απονοηματοδότηση (η)
🔉
anlamsızlaştırmak
🔉
απονοηματοδοτώ
🔉
anlamsızlık
🔉
ασημαντότητα (η)
🔉
έλλειψη νοήματος (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱