Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
aptal 🔉  

ηλίθιος (ο) 🔉  
ανόητος 🔉  
aptal aptal 🔉  

χαζά χαζά 🔉  
ανόητα 🔉  
aptalca 🔉  

ηλιθίως 🔉  
ανόητα 🔉  
aptalcasına 🔉  

σαν ηλίθιος 🔉  
σαν ανόητος 🔉  
aptalımsı 🔉  

ηλιθιώδης 🔉  
ανόητος 🔉  
aptallaşabilme 🔉  

δυνατότητα αποβλάκωσης (η) 🔉  
aptallaşabilmek 🔉  

μπορώ να αποβλακωθώ 🔉  
aptallaşma 🔉  

αποβλάκωση (η) 🔉  
aptallaşmak 🔉  

αποβλακώνομαι 🔉  
aptallaştırılma 🔉  

αποβλάκωση (η) (παθ.) 🔉  
aptallaştırılmak 🔉  

αποβλακώνομαι (παθ.) 🔉  
καθίσταμαι ηλίθιος (παθ.) 🔉  
aptallaştırma 🔉  

αποβλάκωση (η) 🔉  
aptallaştırmak 🔉  

αποβλακώνω 🔉  
aptallık 🔉  

ηλιθιότητα (η) 🔉  
ανοησία (η) 🔉  
aptalsı 🔉  

ηλιθιώδης 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱