Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
arıza
🔉
βλάβη (η)
🔉
δυσλειτουργία (η)
🔉
ελάττωμα (το)
🔉
arızalanabilme
🔉
δυνατότητα να παρουσιάσει βλάβη (η)
🔉
δυνατότητα δυσλειτουργίας (η)
🔉
arızalanabilmek
🔉
μπορώ να παρουσιάσω βλάβη
🔉
μπορώ να χαλάσω
🔉
arızalanıverme
🔉
αιφνίδια βλάβη
🔉
αιφνίδιο χάλασμα (το)
🔉
arızalanıvermek
🔉
παρουσιάζω ξαφνικά βλάβη
🔉
χαλάω ξαφνικά
🔉
arızalanma
🔉
βλάβη (η)
🔉
χάλασμα (το)
🔉
arızalanmak
🔉
παρουσιάζω βλάβη
🔉
χαλάω
🔉
arızalı
🔉
ελαττωματικός
🔉
χαλασμένος
🔉
με βλάβη
🔉
arızalılık
🔉
ελαττωματικότητα (η)
🔉
κατάσταση βλάβης (η)
🔉
arızasız
🔉
άψογος
🔉
χωρίς βλάβη
🔉
ανελαττώματος
🔉
arızasızlık
🔉
απουσία βλάβης (η)
🔉
ακεραιότητα λειτουργίας (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱