Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
ara 🔉  

διάλειμμα (το) 🔉  
ενδιάμεσο (το) 🔉  
κενό (το) 🔉  
ara bağlantı 🔉  

ενδιάμεση σύνδεση (η) 🔉  
διασύνδεση (η) 🔉  
ara başlık 🔉  

ενδιάμεσος τίτλος (ο) 🔉  
υπότιτλος (ο) 🔉  
ara bono 🔉  

ενδιάμεσο ομόλογο (το) 🔉  
ara bozucu 🔉  

ταραχοποιός 🔉  
διχαστικός 🔉  
ara bozuculuk 🔉  

ταραχοποιία (η) 🔉  
διχαστική δράση (η) 🔉  
ara bulma 🔉  

διαμεσολάβηση (η) 🔉  
μεσολάβηση (η) 🔉  
συμβιβασμός (ο) 🔉  
ara bulucu 🔉  

διαμεσολαβητής (ο) 🔉  
μεσολαβητής (ο) 🔉  
ara buluculuk 🔉  

διαμεσολάβηση (η) 🔉  
μεσολαβητική δραστηριότητα (η) 🔉  
ara cümle 🔉  

παρενθετική πρόταση (η) 🔉  
παρενθετική φράση (η) 🔉  
ara deniz 🔉  

εσωτερική θάλασσα (η) 🔉  
ενδιάμεση θάλασσα (η) 🔉  
ara eleman 🔉  

ενδιάμεσο στέλεχος (το) 🔉  
μεσαίο προσωπικό (το) 🔉  
ara kapı 🔉  

ενδιάμεση πόρτα (η) 🔉  
εσωτερική πόρτα (η) 🔉  
ara kararı 🔉  

ενδιάμεση απόφαση (η) 🔉  
ara kazanç 🔉  

πρόσθετο κέρδος (το) 🔉  
ενδιάμεσο κέρδος (το) 🔉  
ara kesit 🔉  

εγκάρσια τομή (η) 🔉  
διατομή (η) 🔉  
ara konakçı 🔉  

ενδιάμεσος ξενιστής (ο) 🔉  
ara konakçılık 🔉  

ενδιάμεση ξενιστεία (η) 🔉  
ara mal 🔉  

ενδιάμεσο αγαθό (το) 🔉  
ara nağme 🔉  

ενδιάμεσο μουσικό πέρασμα (το) 🔉  
ιντερλούδιο (το) 🔉  
ara pası 🔉  

κάθετη πάσα (η) 🔉  
πάσα στην πλάτη της άμυνας (η) 🔉  
ara seçim 🔉  

ενδιάμεσες εκλογές (οι) 🔉  
ara sıcak 🔉  

ζεστό ορεκτικό (το) 🔉  
ara sınav 🔉  

ενδιάμεση εξέταση (η) 🔉  
πρόοδος (η) 🔉  
ara sıra 🔉  

πότε-πότε 🔉  
κατά διαστήματα 🔉  
ara sokak 🔉  

πάροδος (η) 🔉  
στενό (το) 🔉  
παράδρομος (ο) 🔉  
ara söz 🔉  

παρενθετική φράση (η) 🔉  
παρεμβολή (η) 🔉  
ara tümce 🔉  

παρενθετική πρόταση (η) 🔉  
ara yerde 🔉  

ενδιάμεσα 🔉  
στη μέση 🔉  
ara yön 🔉  

ενδιάμεση κατεύθυνση (η) 🔉  
araba 🔉  

αυτοκίνητο (το) 🔉  
άμαξα (η) 🔉  
όχημα (το) 🔉  
araba araba 🔉  

αυτοκίνητα (τα) το ένα πίσω από το άλλο 🔉  
άμαξες (οι) στη σειρά 🔉  
araba falakası 🔉  

τιμωρία (η) με φάλαγγα σε άμαξα 🔉  
araba mezarlığı 🔉  

νεκροταφείο (το) αυτοκινήτων 🔉  
μάντρα (η) παλαιών οχημάτων 🔉  
araba vapuru 🔉  

οχηματαγωγό (το) 🔉  
φέρι-μποτ (το) 🔉  
arabacı 🔉  

αμαξάς (ο) 🔉  
οδηγός (ο) άμαξας 🔉  
arabacılık 🔉  

αμαξοποιία (η) 🔉  
επάγγελμα (το) αμαξά 🔉  
arabalı 🔉  

με αυτοκίνητο 🔉  
με άμαξα 🔉  
arabalı vapur 🔉  

οχηματαγωγό (το) 🔉  
φέρι-μποτ (το) 🔉  
arabalık 🔉  

χώρος (ο) στάθμευσης 🔉  
γκαράζ (το) 🔉  
araban 🔉  

Αραμπάν (το) 🔉  
Araban 🔉  

Αραμπάν (το) 🔉  
arabankürdi 🔉  

αραμπανκούρντι (το) 🔉  
arabaşı 🔉  

αραμπασί (το) 🔉  
arabasız 🔉  

χωρίς αυτοκίνητο 🔉  
χωρίς άμαξα 🔉  
arabasızlık 🔉  

έλλειψη αυτοκινήτου (η) 🔉  
έλλειψη άμαξας (η) 🔉  
arabesk 🔉  

αραμπέσκ (το) 🔉  
αραμπέσκ (ο) (ύφος) 🔉  
arabeskçi 🔉  

αραμπεσκτζής (ο) 🔉  
arabeskçilik 🔉  

αραμπεσκτζιλίκι (το) 🔉  
arabeskleşme 🔉  

αραμπεσκοποίηση (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱