Ελληνοτουρκικό Λεξικό
Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά
🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
✕
🔍
⌨️
a
b
c
ç
d
e
f
g
ğ
h
ı
i
İ
j
k
l
m
n
o
ö
p
r
s
ş
t
u
ü
v
y
z
space
⌫
araç
🔉
εργαλείο (το)
🔉
μέσο (το)
🔉
όχημα (το)
🔉
Araç
🔉
Αράτς (τοπωνύμιο) (το)
🔉
araç telefonu
🔉
τηλέφωνο οχήματος (το)
🔉
τηλέφωνο αυτοκινήτου (το)
🔉
araççılık
🔉
μεσιτεία (η)
🔉
διαμεσολάβηση (η)
🔉
aracı
🔉
μεσάζων (ο)
🔉
διαμεσολαβητής (ο)
🔉
πράκτορας (ο)
🔉
aracı banka
🔉
διαμεσολαβούσα τράπεζα (η)
🔉
aracılığıyla
🔉
μέσω
🔉
διαμέσου
🔉
aracılık
🔉
μεσιτεία (η)
🔉
διαμεσολάβηση (η)
🔉
πρακτόρευση (η)
🔉
aracısız
🔉
χωρίς μεσάζοντα
🔉
απευθείας
🔉
aracısızlık
🔉
απουσία μεσάζοντα (η)
🔉
απευθείας συναλλαγή (η)
🔉
araçlı
🔉
με όχημα
🔉
ένοπλος με μέσα
🔉
araçlı jimnastik
🔉
ενόργανη γυμναστική (η)
🔉
araçsal
🔉
εργαλειακός
🔉
οργανολογικός
🔉
araçsallık
🔉
εργαλειακότητα (η)
🔉
araçsız
🔉
χωρίς όχημα
🔉
άοπλος
🔉
χωρίς μέσα
🔉
araçsızlık
🔉
έλλειψη μέσων (η)
🔉
απουσία οχήματος (η)
🔉
🌍
🇩🇪
🇫🇷
🇧🇬
🇬🇷
🇪🇸
🇳🇱