Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
aracı 🔉  

μεσάζων (ο) 🔉  
διαμεσολαβητής (ο) 🔉  
πράκτορας (ο) 🔉  
aracı banka 🔉  

διαμεσολαβούσα τράπεζα (η) 🔉  
aracılığıyla 🔉  

μέσω 🔉  
διαμέσου 🔉  
aracılık 🔉  

μεσιτεία (η) 🔉  
διαμεσολάβηση (η) 🔉  
πρακτόρευση (η) 🔉  
aracısız 🔉  

χωρίς μεσάζοντα 🔉  
απευθείας 🔉  
aracısızlık 🔉  

απουσία μεσάζοντα (η) 🔉  
απευθείας συναλλαγή (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱