Ελληνοτουρκικό Λεξικό

Αναζητήστε σε λεξικό με πάνω από 140.000 λέξεις
🇬🇷 Ελληνικά → Τουρκικά 🇹🇷 Τουρκικά → Ελληνικά
🔍 ⌨️
a b c ç d e f g ğ h
ı i İ j k l m n o ö
p r s ş t u ü v y z
space
 
artı 🔉  

συν (το) 🔉  
πλεονέκτημα (το) 🔉  
artı güç 🔉  

πρόσθετη ισχύς (η) 🔉  
artı para 🔉  

επιπλέον χρήματα (τα) 🔉  
artı sayı 🔉  

θετικός αριθμός (ο) 🔉  
artı uç 🔉  

οπίσθιο άκρο (το) 🔉  
artık 🔉  

υπόλοιπο (το) 🔉  
απομεινάρι (το) 🔉  
πλεόνασμα (το) 🔉  
artık değer 🔉  

υπεραξία (η) 🔉  
artık emek 🔉  

υπερεργασία (η) 🔉  
artık göl 🔉  

υπολειμματική λίμνη (η) 🔉  
artık gün 🔉  

εμβόλιμη ημέρα (η) 🔉  
artık yıl 🔉  

δίσεκτο έτος (το) 🔉  
artıklama 🔉  

αφαίρεση υπολοίπων (η) 🔉  
artıklamak 🔉  

αφαιρώ τα υπόλοιπα 🔉  
artıklık 🔉  

υπολειμματικότητα (η) 🔉  
artım 🔉  

αύξηση (η) 🔉  
προσαύξηση (η) 🔉  
artımlı 🔉  

αυξητικός 🔉  
artımlılık 🔉  

αυξητικότητα (η) 🔉  
artın 🔉  

αύξηση (η) 🔉  
artırabilme 🔉  

δυνατότητα αύξησης (η) 🔉  
artırabilmek 🔉  

μπορώ να αυξήσω 🔉  
artırılabilme 🔉  

δυνατότητα αύξησης (η) 🔉  
artırılabilmek 🔉  

μπορώ να αυξηθώ 🔉  
artırılış 🔉  

αύξηση (η) 🔉  
artırılma 🔉  

αύξηση (η) 🔉  
artırılmak 🔉  

αυξάνομαι 🔉  
artırım 🔉  

αύξηση (η) 🔉  
προσαύξηση (η) 🔉  
artırış 🔉  

αύξηση (η) 🔉  
artırma 🔉  

αύξηση (η) 🔉  
ανύψωση (η) 🔉  
artırmak 🔉  

αυξάνω 🔉  
ανεβάζω 🔉  
artırmalı 🔉  

με προσαύξηση 🔉  
αυξητικός 🔉  
artırtma 🔉  

πρόκληση αύξησης (η) 🔉  
artırtmak 🔉  

βάζω να αυξήσουν 🔉  
προκαλώ αύξηση 🔉  
artış 🔉  

αύξηση (η) 🔉  
άνοδος (η) 🔉  
 🌍   🇩🇪   🇫🇷   🇧🇬   🇬🇷   🇪🇸   🇳🇱